Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2007

Από την αυτοβιογραφία στη βιογραφία-Πώς ο Παπαδιαμάντης εμπνέει σύγχρονους συγγραφείς

ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ

Δύο πρωτοεμφανιζόμενοι Βορειοελλαδίτες, μιας κάποιας ηλικίας, αμφότεροι απόφοιτοι του Αριστοτελείου, φιλόλογος ο πρεσβύτερος Γιάννης Ατζακάς, μαθηματικός και πλέον μυθοπλάστης ο νεότερoς Μάκης Καραγιάννης, δοκιμάζονται μεταξύ αυτοβιογραφικού και βιογραφικού λόγου, με κοινό χαρακτηριστικό το δέλεαρ της αφήγησης και ιδανικό λογοτεχνικό παράδειγμα το παπαδιαμάντειο διήγημα μετατοπισμένο στα οικεία τους εδάφη. Στον Θεολόγο της Θάσου διαδραματίζεται το πεζογράφημα του Ατζακά, με κυρίαρχο πρόσωπο τη γιαγιά Βενετιά, που ανέτως στοιχίζεται πίσω από τις σκιαθίτισσες γραίες και ας έζησε έναν αιώνα αργότερα, αφήνοντας και αυτή πολύτιμη κληρονομιά την ντοπιολαλιά της. Σε χωριό της Κοζάνης, τον δικό του γενέθλιο τόπο, τοποθετεί ο Καραγιάννης το διήγημα «Ο νοσταλγός», ένα από τα δεκαπέντε της συλλογής και το πρώτο δημοσιευμένο, το 1994, κατά τη συμπλήρωση εκατονταετίας από τη δημοσίευση του παπαδιαμαντικού «Η νοσταλγός». Γραμμένο με τον τρόπο του Σκιαθίτη, έχει ως ήρωα τον πάππο του αφηγητή, που φέρνει του μπαρμπα-Γιαννιού από το «Ερωτας στα χιόνια».

Μνήμες και νοσταλγία

Απροσχημάτιστα αυτοβιογραφικός ο Ατζακάς, αν και σύμφωνα με τον Μπόρχες, τον οποίο μνημονεύει ο Καραγιάννης στους φανταστικούς βίους που σχεδιάζει, το περίπλοκο της πραγματικότητας και το σχηματοποιημένο της ιστορίας οδηγεί σε άπειρο αριθμό βιογραφιών. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για την ταραχώδη δεκαετία του 1940 στη Θάσο, που γνώρισε τη βουλγαρική κατοχή και το «κακορίζικο» 1949 με τις συμπλοκές ανάμεσα σε αντάρτες, χωροφύλακες και ΜΑΥδες.

Μνημονεύοντας Σολωμό και Παπαδιαμάντη ο αφηγητής ανασύρει μνήμες με νοσταλγία και ας ήταν «ορφανός αμφοτέρων των γονέων», καταπώς τον χαρακτήρισαν στις παιδοπόλεις όπου διέμεινε οκτώ χρόνια ως ανταρτόπληκτος. Ωστόσο, πριν από τα μεγάλα βάσανα στις μεγάλες πολιτείες, πέρασε τα πρώτα οκτώ χρόνια της ζωής του στο νησί και σε αυτά ανατρέχει, ζωντανεύοντας τους ανθρώπους που τον μεγάλωσαν, τη γιαγιά του, που κοπελούδα το 1900 είχε δουλέψει στα καπνομάγαζα της Καβάλας, και τον πάππο του, γεννημένο τη χρονιά που πέθανε ο Μακρυγιάννης, και μαζί τους το πατρογονικό του, δύο δρόμους πιο πάνω από το αρχοντικό του οπλαρχηγού Χατζηγιώργη.

Με στοχαστική διάθεση περιγράφει τις πανάρχαιες τέχνες και τεχνικές εντός και εκτός οικίας. Ανασύρει τις εικόνες, όπως του εντυπώθηκαν, μαζί με τις νουθεσίες της γιαγιάς, καθώς θυμάται τα λόγια των μεγάλων αλλά και τις σιωπές τους. Γιατί τότε ήταν πολλά εκείνα που δεν έπρεπε ένα παιδί να ακούσει. Τη διήγηση των ειρηνικών έργων διακόπτει ένα μακρύ κεφάλαιο με τίτλο «Οι αντάρτες».

Ο αφηγητής δείχνει αποστασιοποιημένος, αν και όχι ουδέτερος. Σε εκείνες τις συμπλοκές τα παλικάρια ήταν οι αντάρτες, δικά τους τα κομμένα κεφάλια και η διαπόμπευση, ανεξάρτητα αν ο αφηγητής κλείνει τον κύκλο μνημονεύοντας το ερωτικό σμίξιμο παιδιών από τις αντιμαχόμενες πλευρές. Τι θα συγκρατήσει και τι θα παρασιωπήσει ο αυτοβιογραφούμενος είναι ο δικός του τρόπος μυθοπλασίας καθώς και συνομιλίας με την Ιστορία. Οπως και αν έχει, ο Ατζακάς προτιμά τους ελεγειακούς τόνους, βαραίνοντας προς το τέλος το ύφος με υπαρξιακές αγωνίες αντί μιας κάποιας συνέχειας για τα χρόνια που έζησε υπό τη σκέπη της «Μεγάλης Μητέρας», της βασίλισσας, ή για τη μοίρα του πατέρα που βγήκε στο βουνό για δεύτερη φορά το 1947 και από τότε έμεινε άφαντος.

Το ξέσπασμα του ταπεινού





«Παιδί κρύβεται σε ντουλάπα», 1947. Φωτογραφία του Ιωάννη Λάμπρου από το λεύκωμα του Μουσείου Μπενάκη «Ιωάννης Δ. Λάμπρος, 1915-1988, ευγενείς επισημάνσεις ενός ανήσυχου φακού»


Και ο νεότερος Καραγιάννης, όμως, που δεν γνώρισε εμπόλεμες καταστάσεις, φορτίζει συναισθηματικά όσα διηγήματα έχουν κοινωνικό περιεχόμενο, σκιαγραφώντας τα πάθη της ψυχής ενός επαναστατημένου μαθητή που καταλήγει ναρκομανής ή ενός ασθενούς με AIDS, το ντρόπιασμα της χήρας του χωριού όταν ερωτεύεται κάποιο παιδαρέλι ή του μεσήλικου «ζουμπά» στο καφενείο που λιμπίζεται μικρές, το ξέσπασμα του ταπεινού φύλακα σχολικού κτιρίου την παραμονή της συνταξιοδότησης ή και του εγκαταλειμμένου εραστή που απεργάζεται σχέδια εκδίκησης, και ακόμη προβάλλοντας τη συναισθηματική κρίση του καθηγητή πάνω στην έδρα αλλά και την αναξιοπιστία της τηλεοπτικής είδησης.

Πιστεύουμε ότι περισσότερο ευτυχεί ένα διήγημα κουρδισμένο σε τόνους ήπιας σάτιρας, όπου ανιστορείται η επίσκεψη ενός μπεστ-σελερίστα σε επαρχιακή πόλη από τη σκοπιά ντόπιου φερέλπιδος συγγραφέα. Το εν λόγω διήγημα πρωτοδημοσιεύθηκε το 2001, στο προηγούμενο βιβλίο του Καραγιάννη Η αισθητική της ιθαγένειας, περί της πόλεως και της μνήμης της Κοζάνης αλλά και της λεγόμενης επαρχιακής λογοτεχνίας. Σε εκείνο το βιβλίο ο συγγραφέας επιδεικνύει τα ιστορικά του αποθησαυρίσματα, από τα οποία και ξεπήδησαν δύο συναρπαστικά διηγήματα της συλλογής, με τη μορφή βιογραφίας, για λογίους του Διαφωτισμού. Το πιθανότερο, πρόσωπα φανταστικά, αν και ποτέ δεν ξέρει κανείς στο ομιχλώδες τοπίο του 18ου αιώνα. Ενα τρίτο διήγημα, συγγενούς αφηγηματικής τεχνικής, ανατρέχει ακόμη παλαιότερα, στην εποχή των Παλαιολόγων και στο Αγιον Ορος όπου ακμάζει το κίνημα των Ησυχαστών.

Αν και ο συγγραφέας στην αρχή και στο τέλος της συλλογής τοποθετεί διηγήματα για επιφανείς μαθηματικούς, μια και προσφάτως οι βίοι μαθηματικών προκαλούν το ενδιαφέρον του κοινού. Μόνο που οι μαθηματικοί, ως επί το πλείστον, διάγουν βίον πεζόν, οπότε οι μυθοπλάστες συνωστίζονται αναζητώντας τους λιγοστούς ταραξίες και επαναστάτες. Στην περίπτωση του Καραγιάννη είθε στο μέλλον να υπερισχύσει ο ιστοριοδίφης του μαθηματικού. Οπως και αν έχει, δύο τα καλά κρατούμενα στη λίστα των πρωτοεμφανιζομένων του 2007.

Το ΒΗΜΑ, 21/10/2007

Δεν υπάρχουν σχόλια: