Τρίτη, 10 Ιουλίου 2007

Ενας αφηγητής αναγνώστης

* Αν ήμασταν αλλού, «Ο καθρέφτης και το πρίσμα» του Μάκη Καραγιάννη θα αποτελούσε λογοτεχνικό γεγονός

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Ο λόγος για έναν τόμο δεκαπέντε διηγημάτων (150 σελίδες ψαχνό, 2 σελίδες σημειώσεις, 1 σελίδα με τις πρώτες δημοσιεύσεις), που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νεφέλη. Τίτλος του: «Ο καθρέφτης και το πρίσμα», ανάκλαση από τον τίτλο του τελευταίου διηγήματος. Κείμενο αυτοσύστασης: «Ο Μάκης Καραγιάννης γεννήθηκε στις Γούλες Κοζάνης το 1958. Σπούδασε μαθηματικά, ενώ ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Είναι συνεκδότης του περιοδικού Παρέμβαση και συμμετείχε στη διεύθυνσή του (1988-1993). Εχει εκδώσει τη μελέτη Η αισθητική της ιθαγένειας (εκδ. Παρέμβαση, Κοζάνη 2001) και ασκεί συστηματικά κριτική βιβλίου από τις στήλες της εφημερίδας Η Αυγή». Περί αυτού πρόκειται: εμπράγματη ακριβολογία, δίχως έπαρση αλλά και χωρίς μιζέρια.

Ανεβάζοντας τώρα την ψυχρή θερμοκρασία, όσο και όπως αξίζει στη συγκεκριμένη περίσταση: αν ήμασταν αλλού, αυτός ο τόμος διηγημάτων, κόντρα στο ρέμα της πεζογραφικής μας ευτέλειας και της δημοσιογραφικής μας ατέλειας, είμαι σίγουρος πως θα αποτελούσε λογοτεχνικό γεγονός. Αλλά δεν είμαστε αλλού, ούτε προβλέπεται να βρεθούμε σύντομα. Και στα νερά μας ωστόσο, που συχνά γίνονται βαλτόνερα, η εξαίρεση φαίνεται, φτάνει να διαβάσει κανείς ένα μόνο διήγημα. Ας πούμε το πρώτο, που επιγράφεται ειρωνικά «Αυτοβιογραφία», με την υποστήριξη μιας εξομολογητικής φράσης του Τάσου Λειβαδίτη: Ακόμα κι η ζωή μου αποκτά σημασία, όταν τη διηγούμαι σε κάποιον. Ομολογία που λέει πολλά, εδώ όμως ως προμετωπίδα προειδοποιεί πως η διήγηση είναι καλή μοίρα, που κάνει σημαντική την άλλως πώς ασήμαντη ζωή μας· όποιος τη θέλει και την ψάχνει, επιβιώνει. Αυτή είναι η περίπτωση του Μάκη Καραγιάννη, ο οποίος ασκήθηκε στο είδος της διηγητικής ομιλίας και γραφής τουλάχιστον δεκατρία χρόνια, προτού αποφασίσει να μαζέψει δεκαπέντε διηγήματα στο πρώτο του βιβλίο.

Είχε εξάλλου την τύχη να γεννηθεί στα περίχωρα μιας πόλης φημισμένης για την πνευματική της άνθηση, αποτυπωμένη σε πολύτιμα χειρόγραφα και βιβλία, προσιτά και σήμερα στη σημαδιακή βιβλιοθήκη της. Και διπλασίασε την τύχη αυτή, σπουδάζοντας και διδάσκοντας στη Θεσσαλονίκη μαθηματικά, την επιστήμη που της έδινε στοχαστικό προβάδισμα ο Πλάτων. Δύο καλά εφόδια στην πορεία της μεσόστρατης τώρα ζωής του, που σφράγισαν στο μεταξύ τα δεκαπέντε αυτά εξαιρετικά διηγήματα.

Ο τίτλος του μονοτονικού, για όσους ξέρουν κάπως τα γραπτά μου, αποτελεί παραπομπή: ανακαλεί επίτηδες την επιγραφή «Κ.Π. Καβάφης, ένας ποιητής αναγνώστης», με την οποία σημάδεψα εξαρχής τα καβαφικά μου μελετήματα. Εδώ όμως ας σταθώ για λίγο. Ξέρουμε ότι ο Αλεξανδρινός στα μυθολογικά και στα ιστορικά του ποιήματα ψάχνει (συχνά σπάνιες) γραμματειακές και λογοτεχνικές πηγές, από όπου αντλεί την έμπνευσή του, διαβάζοντας προσεκτικά και παραφράζοντας με ασυναγώνιστη μαεστρία. Τον ενδιαφέρουν κυρίως ιστορημένα πρόσωπα και περιστατικά, με παραδειγματικό χαρακτήρα, που έμειναν όμως στη σκιά, μισοπραγματικά - μισοφανταστικά.

Αυτή τη μέθοδο (όπου το εγώ και το εσύ αντικρίζονται με το αυτός και το αυτό) ασκεί, λάτρης της βιβλιοθήκης, και ο Καραγιάννης στα περισσότερα και στα καλύτερα από τα δεκαπέντε διηγήματά του. Κάπου μάλιστα φαίνεται να παραπέμπει στον καβαφικό «Καισαρίωνα», γράφοντας για τον ήρωα του τελευταίου διηγήματος Εβαρίστ Γκαλουά (οι ωφέλιμες σημειώσεις πληροφορούν πως πρόκειται για ιστορικό πρόσωπο, θεμελιωτή της μοντέρνας άλγεβρας, που πέθανε στα είκοσί του χρόνια, το 1832): «Το μοναδικό πορτραίτο που έχουμε για αυτόν έγινε σύμφωνα με τις αναμνήσεις του αδελφού του. Μια παιδική φυσιογνωμία με κοντά μαλλιά, μικρό στόμα και τεράστια φρύδια. Υπάρχουν, επίσης, τα μεγάλα του μάτια και η άδολη έκφραση του λεπτού προσώπου. Τα υπόλοιπα, όπως ο τόνος της φωνής του, οι μικρές του αγάπες, εκείνα που τον καθιστούν μοναδικό, μπορεί να τα συμπληρώσει δημιουργικά η φαντασία μας». Η καβαφική αυτή μέθοδος επιτρέπει στον Καραγιάννη να χειρίζεται την ιστορική μυθοπλασία των διηγημάτων του με τρόπο ειρωνικό, κάποτε σε εκδοχή θρίλερ, που φέρνει στον νου και τον Μπόρχες, για τον οποίο εξάλλου υπάρχει και ονομαστική αναφορά σε κάποιο διήγημα. Επ' αυτού όμως περισσότερα την άλλη Κυριακή. Σήμερα, παραμένοντας στα αόριστα ακόμη και γενικά, μία επιπλέον επισήμανση:

Σε μιαν εποχή που ιδρώνει κανείς να βρει πεζογραφικό κείμενο γραμμένο σε προσωπικό ύφος, που να διαλέγεται γόνιμα με κάποια χωνεμένα πρότυπα, ο Καραγιάννης συντάσσει τη διηγητική του γλώσσα με συγγραφική επιμέλεια, που προϋποθέτει επίμονη άσκηση και προπαίδεια. Το υφολογικό αποτέλεσμα είναι συχνά αποκαλυπτικό: πίσω και κάτω από την τελειωμένη φράση ακούγεται, άλλοτε και αλλού ο ζωικός σφυγμός του Βιζυηνού, άλλοτε και άλλου η μουσική ανάσα του Παπαδιαμάντη. Στον οποίον εξάλλου ομολογεί και έμπρακτα ο Καραγιάννης τις γλωσσικές, και όχι μόνο, οφειλές του, με το «χριστουγεννιάτικο» διήγημά του «Νοσταλγός». Να μην ξεχάσω: ο Μάκης Καραγιάννης μού είναι άγνωστος, αν εξαιρέσω την εκφραστική φωτογραφία του πάνω από το συστατικό κείμενο. Θα τα ξαναπούμε, αν δεν μας κάψει ο καύσωνας


Το ΒΗΜΑ, 01/07/2007

Ανάγνωση και αφήγηση

* Η αφήγηση, όπως εξάλλου και η ποίηση, αποδείχνεται κοινό και διάχυτο αγαθό

Δ.Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Υποτίθεται ότι η ανάγνωση έπεται της αφήγησης. Υπόθεση που αποδίδεται τόσο στον ρόλο του αφηγητή όσο και στον ρόλο του αναγνώστη, αφήνοντας απ' έξω τις παραδειγματικές εξαιρέσεις. Μια τέτοια εξαίρεση δοκίμασα να υποδείξω την περασμένη Κυριακή, επιμένοντας στα εξαιρετικά δεκαπέντε διηγήματα του Μάκη Καραγιάννη, συνταγμένα πρόσφατα στον τόμο «Ο καθρέφτης και το πρίσμα» (Εκδόσεις Νεφέλη, 2007). Οπου η ανάγνωση αναλαμβάνει πρωταρχική λειτουργία, ευνοώντας την ωφέλιμη μεταφορά της καβαφικής αυτής μεθόδου και στην πεζογραφία μας. Ετσι προέκυψε προχθές η μετατροπή της επιγραφής «ένας ποιητής αναγνώστης» σε «ένας αφηγητής αναγνώστης». Πώς εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη πεζογραφική περίπτωση η ποιητική αυτή αρχή θα φανεί αργότερα με παραδειγματικά διηγήματα, που θα σχολιαστούν μετά την ιουλιανή διακοπή μου. Προς το παρόν, δυο λόγια (ή περισσότερα) για τη διευρυμένη σημασία και λειτουργία της λέξης «ανάγνωση».

Αν ρηματική της βάση είναι το νεοελληνικό «αναγνωρίζω», ο τελικός της στόχος εντοπίζεται στο ρηματικό ουσιαστικό «αναγνωρισμός». Αρνητική προϋπόθεση του οποίου είναι η ενδιάμεση αποξένωση ενός δικού προσώπου, κατ' επέκταση ενός δικού πράγματος. Η συστηματική εφαρμογή του αναγνωρισμού στον χώρο της λογοτεχνίας, του έπους και του θεάτρου ειδικότερα, καθιέρωσε στο μεταξύ τα μέσα και τους τρόπους του. Τα μέσα ορίστηκαν ως σήματα (μια πληγή στο πόδι, το αμετακίνητο συζυγικό κρεβάτι, ένα σημαδιακό δέντρο στο πατρικό περιβόλι)· οι τρόποι ως προοδευτικό πέρασμα από την επιφυλακτική δυσπιστία στην ευφρόσυνη πίστη, από τη στέρηση στην αναπλήρωση, από τη στείρωση του πόνου στην απελευθέρωση των δακρύων. Η ομηρική Οδύσσεια προσφέρει ιδρυτικά παραδείγματα αναγνωρισμού, επιστεγάζοντας την αναγνωριστική διαδικασία με το ρήμα ασπάζομαι, τα επίθετα ασπάσιος και ασπαστός, και το επίρρημα ασπασίως. Στον κορυφαίο αναγνωρισμό του έπους, ανάμεσα στον Οδυσσέα και στην Πηνελόπη (ψ 231-240), η κρίσιμη λέξη ακούγεται τρεις φορές: ασπάσιος γη, ασπάσιοι επέβαν γης, ασπαστός πόσις.

Με τους όρους αυτούς η ανάγνωση, προηγούμενη της αφήγησης, σκοπεύει στην υπέρβαση της αποξένωσης του αντικειμένου της, το οποίο, σε πρώτη δόση, φαίνεται να αντιστέκεται στην αναγνωστική επίθεση του αφηγητή. Στην επόμενη φάση, όταν το αφήγημα έχει συντελεστεί, επαναλαμβάνεται η ίδια διαδικασία, τώρα από τη μεριά του εξωτερικού αναγνώστη. Ετσι εκμαιεύεται τριπλή αλληλεγγύη: της αφήγησης με την ανάγνωση, του αφηγητή με τον αναγνώστη, του αφηγήματος με το ανάγνωσμα. Με άλλα λόγια: η αφήγηση, όπως εξάλλου και η ποίηση, αποδείχνεται κοινό και διάχυτο αγαθό, το οποίο με την αρχική του αντίσταση προκαλεί την έλξη του αφηγητή-αναγνώστη και του αναγνώστη-αφηγητή, οι οποίοι, εναλλάσσοντας ρόλους, αναγνωρίζονται μεταξύ τους και συμφιλιώνονται.

Την περασμένη Κυριακή υπαινίχθηκα ότι η αναγνωστική παιδεία του Μάκη Καραγιάννη φαίνεται, εκτός των άλλων, και στην ασκημένη ποιότητα του αφηγηματικού και αφηγημένου λόγου του, στοιχείο που σπανίζει στην τρέχουσα πεζογραφία μας, όταν δεν λείπει ολότελα. Ασκημένος δεν σημαίνει βέβαια μήτε παρδαλός μήτε εξεζητημένος λόγος. Το ζήτημα είναι η αφηγηματική γλώσσα να μη δίνει την αίσθηση βολικής διεκπεραίωσης, σάμπως να πρόκειται για μεταφορικό μέσο που κοκορεύεται για την ταχύτητά του και το φτηνό του εισιτήριο. Ζητούμενη είναι μια γλώσσα εμπράγματης συναισθησίας, όπου συμβάλλονται όραση, ακοή, αφή, όσφρηση, γεύση. Ενα παράδειγμα, από την εναρκτήρια «Αυτοβιογραφία», όπως αυτή προεγγράφεται από τον αφηγητή:

Μαθηματικός του δικού μας καιρού, που πάει να κλείσει τα πενήντα, ο αφηγητής του διηγήματος (και πίσω του το είδωλο του συγγραφέα) μιλάει εξ ονόματος ενός άλλου μαθηματικού, άλλου καιρού και μεγάλης φήμης, που αυτοβιογραφείται λέγοντας: «Ονομάζομαι Τζιρόλαμο Καρτάνο. Γεννήθηκα στην Παβία μια συννεφιασμένη μέρα, τον Σεπτέμβρη του 1501. Ο πατέρας μου ο Φάζιο, φίλος του Λεονάρντο ντα Βίντσι και διαβόητος χαρτοκλέφτης, μου δίδαξε τη σκληρότητα και την οργή εξ απαλών ονύχων. Σπούδασα στην πατρίδα μου και στην Πάντοβα. Μικρό παιδί ακόμη γνώρισα τις ατυχίες και τις ασθένειες, την ευλογιά και την πανούκλα... Πέρασα νύχτες παίζοντας χαρτιά, και τον σουγιά που είχα πάντα πάνω μου τον χειριζόμουν σαν το κοφτερό μου μυαλό...

Στο χείλος του γκρεμού η μοίρα μου άλλαξε, για να γνωρίσω μια μέρα τη δόξα και το χρήμα. Η υψηλή τέχνη της Ιατρικής μου είναι γνωστή από το Εδιμβούργο μέχρι τη Νυρεμβέργη. Το αγαπημένο μου Ars Magna διέλυσε το σκοτεινό μυστήριο των εξισώσεων τρίτου και τετάρτου βαθμού. Ανοιξε τον δρόμο της επιστήμης έπειτα από αιώνες άγονων προσπαθειών.

Αυτό όμως το μαχαίρι στα πλευρά, ο θάνατος του ακριβού μου Τζιοβάνι Μπατίστα, με έκανε να καταλάβω τον πόνο και τον καημό των ανθρώπων. Ξέρω πια ότι στον ψυχρό και μάταιο τούτο κόσμο ο προορισμός μου είναι να κλείσω στο ταπεινό μου σαρκίο το πένθος και τη χαρά, το φθαρτό και το αιώνιο, το πεπερασμένο και το θείο».

Αυτά ως πρόγευση. Τον Αύγουστο τα ξαναλέμε. Στο μεταξύ διαβάστε το βιβλίο. Είναι καλός καθρέφτης σώματος και νου.




Το ΒΗΜΑ, 08/07/2007