Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2007

Συνέντευξη στον Αγγελιοφόρο της Κυριακής, 11.11.07

Η λογοτεχνία έχει τη δική της δικαιοσύνη

Της ΕΥΗΣ ΚΑΡΚΙΤΗ

Στο βιβλίο του Μάκη Καραγιάννη ο μαθηματικός Τζιρόλαμο Καρντάνο συναντά τον λόγιο νεόφυτο Αδαμαντίδη, τον ποιητή Στέφανο Λογοθέτη, τον ρεμπέτη Στράτο Χατζηγεωργίου, τον υπάλληλο του ΤΕΒΕ Παύλο Κοντορούση. Ιστορικά και φανταστικά πρόσωπα ενώνονται σε έναν τόπο κοινό, εκείνον της γραφής. Ο «Καθρέφτης και το Πρίσμα» είναι ένα βιβλίο που εντυπωσιάζει με το βάθος και την πρωτοτυπία των αφηγηματικών του επιλογών. Ο συγγραφέας μίλησε στον «ΑτΚ».

Στα 15 διηγήματα σας ο στόχος ήταν να εντοπίσετε την «αλήθεια» των όσων βιογραφείτε και τι σημαίνει για σας «αληθινό» στη λογοτεχνία;

Οι ήρωες του βιβλίου μου αναζητούν την αλήθεια στον έρωτα, τη ζωή, την επιστήμη, την τέχνη. Μέχρι τον Διαφωτισμό ο Θεός και η εκκλησία όριζαν την αλήθεια, το καλό και το κακό, δίνοντας μια σημασία σε κάθε τι και όσους διαφωνούσαν, -όπως έγινε με τον Καρντάνο, έναν μεγάλο μαθηματικό και ήρωα του πρώτου διηγήματος- τους απειλούσε ή και τους έριχνε στην πυρά.
Σήμερα ζούμε σε έναν κόσμο σχετικότητας, πολυπλοκότητας και αμφισημίας των πραγμάτων. Η αναζήτηση της αλήθειας έγινε μια προσωπική περιπέτεια. Ασφαλώς, όλοι ισχυρίζονται ότι την κατέχουν -αρκεί να δει κανείς στα τηλεοπτικά παράθυρα πόσοι είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν τον συνομιλητή τους- αλλά η τραγωδία είναι ότι δεν συμπίπτει με εκείνη του διπλανού τους. Κι αυτή είναι η συνεισφορά της λογοτεχνίας. Να δώσει ένα νόημα στα πράγματα και τον κόσμο. Να τα βάλει σε τάξη.
Ο Καρντάνο στο τέλος της ζωής του γράφει την αυτοβιογραφία του. Η αφήγηση είναι μια πράξη παραμυθητική, αλλά προπαντός μια πράξη αυτογνωσίας. Όπως λέω και στο μότο του Λειβαδίτη το οποίο παραθέτω στο διήγημα: «Ακόμα κι η ζωή μου αποκτά σημασία όταν τη διηγούμαι σε κάποιον». Η αλήθεια της λογοτεχνίας είναι πιο σημαντική γιατί είναι το απόσταγμα της ζωής.

Γιατί επιλέξατε να αφηγηθείτε τις ζωές των ηρώων σας ακολουθώντας ένα δοκιμιακό ύφος;

Οι τύποι των ηρώων ανήκουν σε μια μεγάλη ανθρωπογεωγραφική και ιστορική περιοχή, όμως υπάρχει ένα κοινό νήμα που τους συνδέει. Είναι εραστές και νοσταλγοί της απόλυτης αλήθειας από την οποία θα αγγίξουν μόνον ιριδισμούς και αντανακλάσεις. Παρά το δοκιμιακό ύφος σε πολλές ιστορίες, αυτή η πλάνη στην οποία ζουν θέλω να πιστεύω ότι, εν τέλει, τους κάνει να φαίνονται πιο συμπαθητικοί μέσα στην αυταπάτη τους.

Η συνύπαρξη φανταστικών και φυσικών προσώπων στοχεύει σε κάτι συγκεκριμένο;

Ό,τι επιγράφεται ως λογοτεχνία, είναι φανερό ότι διεκδικεί κάποιες ελευθερίες. Ακόμη και στα φυσικά πρόσωπα πίσω την αλχημεία των λέξεων διακρίνεται μια επιλεγμένη ή επινοημένη πραγματικότητα. Όλες οι εκδοχές των ηρώων, φανταστικές ή πραγματικές, πρέπει να είναι μοναδικές, να αποκαλύπτουν μια πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης.

Όχι τυχαία παραθέτετε μια φράση του Schwob. «Η τέχνη του βιογράφου θα ήταν να δώσει τόση αξία στη ζωή ενός φτωχού ηθοποιού όσο και στη ζωή του Σαίξπηρ». Προφανώς εργαστήκατε με βάση αυτό. Γιατί είναι σημαντική μια τέτοια εξίσωση;

Ο κάθε άνθρωπος είναι ένας ολόκληρος θαυμαστός κόσμος. Όλοι έχουν, εν δυνάμει, μέσα τους τη χάρη. Μέσα στον καθένα φωλιάζει ένας μικρός πρίγκιπας. Και ποιος θα ορίσει ποιος είναι σημαντικός και ποιος ασήμαντος; Ακόμη και οι «μεγάλοι» έχουν λερωθεί λίγο από τη λάσπη των ελαττωμάτων.
Η λογοτεχνία έχει τη δική της δικαιοσύνη. Οι αξίες επανατοποθετούνται. Ταπεινοί και διάσημοι, αδέξιοι και ταλαντούχοι, βρίσκουν μια θέση ισότιμη στο αφηγηματικό της σύμπαν, σταλάζοντας πάνω τους κάτι από την αθανασία της τέχνης. Ξαναγράφει την Ιστορία από την πλευρά των ηττημένων της ζωής.
Η εξίσωση είναι, επίσης, σημαντική γιατί οι «δυνατοί» είναι ελάχιστοι. Κατά βάθος -πέρα από μια επίπλαστη ευημερία- ο πόνος, οι αδυναμίες και τα πάθη είναι το κοινό μας πεπρωμένο.


Υπάρχει κίνδυνος ένας βιογράφος να δει στον καθρέφτη όχι το πρόσωπο που βιογραφεί αλλά το δικό του είδωλο; Που μπορεί να τον οδηγήσει αυτό;

Βεβαίως, αλλά τις περισσότερες φορές γίνεται ασυνείδητα. Υπάρχουν ορισμένες εκλεκτικές συγγένειες σε σχέση με ορισμένα πρόσωπα και θέματα. Ό,τι αγαπάμε μας νικάει και μας παρασύρει χωρίς να το θέλουμε, για να ανακαλύψουμε στο τέλος το είδωλό μας. Αλλά, παραφράζοντας τον Αναγνωστάκη, ίσως η τέχνη δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπο μας.

Υπάρχουν πρόσωπα που αποτέλεσαν για σας ένα σημείο εκκίνησης, πρόσωπα που κατά κάποιο τρόπο σας οδήγησαν και στα υπόλοιπα;

Ναι. Ο λόγιος Νεόφυτος Αδαμαντίδης, ένα φανταστικό πρόσωπο το οποίο δημιούργησα επηρεασμένος από τον Μπόρχες, με οδήγησε στον κόσμο των βιβλιοθηκών, στα χειρόγραφα και τις σπάνιες εκδόσεις του Aldus Manutius. Αυτή η βιβλιοφιλία ανιχνεύεται και στις υπόλοιπες ιστορίες.
Επίσης, ο Εβαρίστ Γκαλουά, ένας από τους πιο διάσημους μαθηματικούς. Η ιστορία του είναι συγκινητική. Πέθανε είκοσι χρονών σε μονομαχία για μια γυναίκα. Ήταν επαναστάτης, επιστήμονας και ερωτευμένος. Ίσως, ο ρομαντισμός και οι ανησυχίες του είναι το αντίδοτο για την εποχή της πλήξης στην οποία ζούμε στερημένοι από οράματα, αδιάβροχοι από συναισθήματα.

Αγγελιοφόρος 11.11.07

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2007

Εκλεκτικές (αυτο)βιογραφίες


ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

«Η κρυστάλλινη διαύγεια έδωσε τη θέση της στην απροσδιοριστία και στις θεωρίες του χάους. Από τον καθρέφτη με το καθαρό είδωλο στο πρίσμα όπου ο καθένας βλέπει ό,τι θέλει», αποφαίνεται η υποψήφια διδάκτορας στο ομώνυμο με τον τίτλο του βιβλίου διήγημα της πρώτης συλλογής του Μάκη Καραγιάννη. Θέμα της διατριβής της, που βρίσκεται στο τελικό στάδιο υποστήριξης και έγκρισης, η κριτική αντιμετώπιση της βιογραφίας του Εβαρίστ Γκαλουά. Eξάλλου, οι βιογραφίες πραγματικών ή φανταστικών προσώπων, σπουδαίων ή ασήμαντων, της Ιστορίας ή της καθημερινότητας, είναι ο κύριος άξονας του βιβλίου· ο άλλος είναι τα ίδια τα βιβλία που απαρτίζουν έναν κόσμο ζωής και πλάνης, πραγματικότητας και φαντασίας, ιδεολογίας και σύγχυσης, για όσους έχουν μάθει να ζουν με αυτά και μέσα από αυτά.

Το πρώτο πεζογραφικό βιβλίο του μαθηματικού και βιβλιοκριτικού Μάκη Καραγιάννη, συνεκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού της Κοζάνης Παρέμβαση, τον εισάγει πλησίστιο στη λογοτεχνία και παρέχει ένα ακόμη εξαιρετικό δείγμα τού πώς η ειδική επιστήμη μπορεί να μεταπλαστεί σε λόγο δημιουργικό. Άλλωστε στην Ελλάδα έχουμε παράδοση σε αξιόλογους λογοτέχνες, μαθηματικούς (και γιατρούς), παλαιότερους και νεότερους. Από τους τελευταίους αναφέρω ενδεικτικά τον Απόστολο Δοξιάδη, τον Δημήτρη Μίγγα, τον Τεύκρο Μιχαηλίδη. Ένας άνθρωπος χωμένος στα βιβλία και στις βιβλιοθήκες κορφολογεί στοιχεία και συνθέτει σύνολα: βιογραφικά, αυτοβιογραφικά, βιοσοφικά. Από τη μια ένας τυφλοπόντικας των βιβλιοθηκών και της επιστήμης και από την άλλη ένας ζωντανός καρδιοκαταχτητής που «δόξαζε την απόλαυση της στιγμής».

Το βιβλίο, αποτελούμενο από δεκαπέντε διηγήματα, αρχίζει και τελειώνει κυκλικά με την κριτική αντιμετώπιση και αναδιήγηση της ζωής δύο σημαντικών και ιδιαίτερων επιστημόνων: του γιατρού, μαθηματικού και αστρολόγου Τζερόλαμο Καρντάνο (16ος αιώνας) και του θεμελιωτή της σύγχρονης άλγεβρας Εβαρίστ Γκαλουά (19ος αιώνας), που σκοτώθηκε σε μονομαχία, όντας μόλις είκοσι χρονών.

Από το εισαγωγικό κιόλας διήγημα, «Αυτοβιογραφία», ο αφηγητής, με ειρωνεία που διακριτικά διολισθαίνει στον αυτοσαρκασμό, συνδέει τη δική του παρουσία στην επιστήμη με την Αυτοβιογραφία (De Propria Vita) του Καρντάνο και βρίσκει τρόπο να αντιμετωπίσει θέματα όπως η ειλικρίνεια και οι παγίδες του αυτοβιογραφικού λόγου, η φήμη και η υστεροφημία των μεγάλων, η επιστημονική δεοντολογία και η κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, ο έλεγχος και η κριτική της γνώσης, η καθιέρωση νέων θεωριών, οι επιστημονικές επαναστάσεις.

Στο δεύτερο διήγημα, «Στον αστερισμό της Κασσιόπης», κυριαρχούν ο έρωτας, η ζήλεια, η προδοσία, η προσπάθεια της λησμονιάς, η καταστροφή που όμως δεν ήταν εκδίκηση, αλλά ούτε και λύτρωση, για να καταλήξει: «Εκείνο που τελεσίδικα δεν αλλάζει είναι η μοναξιά». Oι χαμένες εκδόσεις βιβλίων, οι παραγνωρισμένες αυθεντίες της τέχνης, ο ρομαντισμός και ο Διαφωτισμός, το θανατηφόρο κοινωνικό σχόλιο και η μικρότητα στις ανθρώπινες συναλλαγές, η γλύκα και η πίκρα της διδασκαλίας («η μοναξιά του καθηγητή πάνω στην έδρα»), η στιγμιαία παρέκβαση από την κοσμική ζωή και το κάλεσμα του ασκητισμού, η άχαρη καθημερινότητα της υποταγμένης δημοσιοϋπαλληλίας, το αποτρόπαιο παιχνίδι του ΑΙDS, η νοσταλγική επιστροφή «εις τους αγρούς των αναμνήσεων», η ομορφιά που «προχωρεί χωρίς τον ελάχιστο οίκτο για τους στερημένους», ο καθρέφτης και το πρίσμα, η αντανάκλαση και η διάθλαση είναι τα θέματα που ρητά εκφράζονται ή λανθάνουν στα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής.

Από τα επιμέρους χαρακτηριστικά της γραφής του Καραγιάννη αξίζει να επισημάνει κανείς τα στρωτά και ξεκάθαρα ελληνικά του, με τις ελεγειακές εμβόλιμες ανάσες, το δοκιμιακό ύφος (που δεν μεταπίπτει στην εκζήτηση), την αποφθεγματική χροιά (που παραπέμπει στους μύθους), την αναφορά του χρόνου (προσδιορισμένου επακριβώς και με θερμομετρικά κριτήρια), την ειρωνική χρήση λέξεων και ιδεών.

O Μάκης Καραγιάννης ξέρει να χειρίζεται επιδέξια και τις διακειμενικές αναφορές και το βιωματικό υλικό. Για τις πρώτες μάλιστα δεν διαστάζει να δηλώσει τις οφειλές και τις πνευματικές του συγγένειες, από τον Μαρσέλ Σβομπ και τον Μπόρχες μέχρι τον Βιζυηνό, τον Παπαδιαμάντη και τον Τάσο Λειβαδίτη. Το μότο: «Η τέχνη του βιογράφου θα ήταν να δώσει τόση αξία στη ζωή ενός φτωχού ηθοποιού όσο και στη ζωή του Σαίξπηρ» από τον πρόλογο των Φανταστικών βίων του Σβομπ και το υπέρμετρα αναλυτικό οπισθόφυλλο του βιβλίου προσανατολίζουν την πρόσληψη του αναγνώστη. Εξάλλου, πολλές από τις πεποιθήσεις του προτύπου του φαίνεται να ενστερνίζεται ο Καραγιάννης και να αποδεικνύει έμπρακτα: το ότι η μόρφωση, για παράδειγμα, είναι μια περιπέτεια· το ότι στη βάση της δημιουργίας υπόκειται η επιστήμη· το ότι δεν υπάρχει πια πρωτοτυπία, τα πάντα έχουν ειπωθεί, ο συγγραφέας ξέρει «πως τα δικά του βιβλία είναι φτιαγμένα από τα συντρίμμια πολλών άλλων» και συνεπώς εκείνο που του μένει είναι «να γράφει καλά». Στην αφήγηση το υποκειμενικό στοιχείο παραμερίζει την έννοια της αντικειμενικότητας και στο παιχνίδι της μνήμης με την λήθη αλλά και της εσκεμμένης αλλοίωσης και ελαφράς παραχάραξης, δεν ξέρουμε ποιος είναι τελικά ο κερδισμένος.

Άφησα τελευταία την θεμιτή απορία του επαρκούς ή λιγότερο ενημερωμένου αναγνώστη για το ποιοι από τους βιογραφούμενους είναι υπαρκτά και ποιοι φανταστικά πρόσωπα. Ακόμα και οι σημειώσεις του τέλους, ηθελημένα, άλλοτε διαφωτίζουν και άλλοτε παραπλανούν. Δεν νομίζω ότι η απάντηση λύνει κανένα πρόβλημα. Η δυναμική της αφήγησης του Μάκη Καραγιάννη σε βάζει στις ατραπούς που θέλει ή που εσύ μπορείς να μπεις και αυτό είναι αρκετό. O καθρέφτης και το πρίσμα είναι πραγματική λογοτεχνία.