Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

Διαβάζω-ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ


«Ο Καθρέφτης και το Πρίσμα» ήταν στη μικρή λίστα για τα βραβεία του περιοδικού Διαβάζω, στην κατηγορία του Διηγήματος, και σύμφωνα με τα ΝΕΑ της 17.05.08 ήρθε δεύτερο στη σχετική ψηφοφορία.

Επίσης στον Ελεύθερο Τύπο της 11.05.08 κριτική του Κώστα Κατσουλάρη.
Μεταξύ άλλων αναφέρει:
«Η γλώσσα, σαφής, μετρημένη, συγκρατημένα λυρική, μαρτυρά δουλειά, γνώση και σιγουριά. Μια ώριμη, κατασταλαγμένη δουλειά, η οποία αδικήθηκε ελαφρώς από το κάπως ψυχρό εξώφυλλο και την ασθενική, από εκδοτικής πλευράς, προώθησή του.
Προς ανακάλυψη.»


Τετάρτη, 16 Απριλίου 2008

Ειδικευμένοι ερμηνευτές

Μια πολύ τιμητική αναφορά του Βασίλη Λαμπρόπουλου για τον "Καθρέφτη και το Πρίσμα" στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 21.03.08

Γιατί υποκύπτουμε στην ανάγνωση της λογοτεχνίας;

Ο λογοτεχνικός θεσμός μάς μαθαίνει τι να σκεφτόμαστε χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τι μας έχει συμβεί

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ*

Ειδικευμένοι ερμηνευτές

....
Υπάρχει μια μικρή κατηγορία συγγραφέων η οποία δεν παράγει μέσους αναγνώστες (δηλαδή το ευρύ κοινό των βιβλιοπωλείων) αλλά ειδικευμένους ερμηνευτές (δηλαδή μια ελίτ κριτικών και επιστημόνων). Τέτοιοι συγγραφείς είναι ο Εγγονόπουλος, ο Παπαδίτσας, ο Χειμωνάς και ο Δ. Δημητριάδης. Με τον συστηματικό τους ερμητισμό δημιουργούν όχι ένα καλλιεργημένο κοινό αλλά την πνευματική ηγεσία η οποία θα καθιερώσει κανόνες και ιεραρχίες, πρότυπα και εγχειρίδια. Δεν ενδιαφέρονται να γίνουν ούτε εθνικοί ούτε καν δημοφιλείς. Προσφέρουν την ύψιστη αναγνωστική πρόκληση, εκείνη της αποκρυπτογράφησης, η οποία υπόσχεται τη μέγιστη αναγνωστική εμπειρία, εκείνη που είναι ανώτερη κι από την απόλαυση - την άσκηση. Ο ειδικός αναγνώστης έχει ξεπεράσει την απόλαυση και ασκείται (σαν ιερομόναχος) στην ερμηνεία, μαθαίνοντας να ελέγχει τα λογοτεχνικά του πάθη ώσπου να αποκηρύξει κάθε αμφιβολία και υποψία και να μπορεί να ζήσει μόνο με Σαχτούρη. (Και για να μη γελιόμαστε, τόσο ο συγγραφέας αυτού του άρθρου όσο και οι αναγνώστες που θα το τελειώσουν είναι εγκάτοικοι σε ζακυθινό ξωκλήσι.)

Υπάρχει, τέλος, και μια ελάχιστη ομάδα συγγραφέων που δεν θεωρούν τον αναγνώστη υποχείριό τους αλλά συμπαίκτη τους σε ένα ευφάνταστο παιχνίδι. Τα βιβλία τους δεν παράγουν παραλήπτες λογοτεχνίας αλλά συν-γραφείς, δηλαδή συνεργάτες. Αντί να μας υποβάλλουν σε ασκήσεις αυτοελέγχου, μας παρακινούν να αντισταθούμε σε αυτοπαθείς απολαύσεις και να συμβάλλουμε ενεργά στην παραγωγή έργου. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν η ποίηση της Ελένης Βακαλό και του Νάνου Βαλαωρίτη, τα «Στοιχεία για τη δεκαετία του '60» του Θανάση Βαλτινού, η «Ποικίλη ιστορία» του Δημήτρη Καλοκύρη, το «Ελληνικό σταυρόλεξο» του Θωμά Σκάσση, η «Ελληνική αΰπνία» του Μισέλ Φάις, το «Φανταστικό μουσείο» του Χρήστου Χρυσόπουλου και «Ο καθρέφτης και το πρίσμα» του Μάκη Καραγιάννη. Ιδιαίτερα τα δύο τελευταία βιβλία περιέχουν εντυπωσιακές αποδομήσεις της λογοτεχνίας ως θεσμού κατευνασμού και καταστολής ο οποίος προωθεί μια συγκεκριμένη πειθαρχία, την αισθητική συμπεριφορά.

Η αντιεξουσιαστική, συμμετοχική γραφή θυμίζει με τρόπο που μας σοκάρει και μας μπερδεύει ότι αυτό που θεωρούμε βαθύτερο εαυτό μας δεν αποτελεί παρά έναν συγκερασμό αναγνωστικών συνηθειών και αυτό που νομίζουμε συναισθηματικό μας κόσμο αντανακλά απλώς αισθητικές προτιμήσεις. Μας παρακινεί επίσης να λογαριάσουμε τι θα γινόταν αν μια μέρα όσοι γράφουμε κι όσοι διαβάζουμε επαναστατούσαμε εναντίον της «μεγάλης τέχνης», γκρεμίζαμε τα είδωλα της ενδοσκοπικής ανάγνωσης και επιστρέφαμε τη δημιουργία στους δημιουργικούς. Ισως όμως κι αυτό παραμείνει ένα... φιλολογικό όνειρο, μιας κι έχουμε πλέον εθιστεί στα δεσμά της λογοτεχνικής απόλαυσης με την οποία, όπως ωμά παραδεχόταν η παλιά διαφήμιση του Αρλεκιν, ξεχνιόμαστε.

* Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος κατέχει την έδρα Κ. Π. Καβάφη στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν

Ολόκληρο το κείμενο είναι εδώ:

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2008

ΑΦΗΓΗΤΕΣ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ

Του Θανάση Μαρκόπουλου

Μάκης Καραγιάννης, Ο καθρέφτης και το πρίσμα,

Διηγήματα, «Νεφέλη», Αθήνα 2007

Πρώτη πεζογραφική εμφάνιση του μαθηματικού Μάκη Καραγιάννη από τις Γούλες της Κοζάνης (1958), συνεκδότη της Παρέμβασης, συνδιευθυντή της για ένα διάστημα (1988-1993) και τακτικού συνεργάτη της πάντοτε, όπως και της «Αυγής». Στα Γράμματα όμως ο Καραγιάννης είχε ήδη παρουσιαστεί εκδοτικά το 2001 με την πολύ καλή μελέτη του Η αισθητική της ιθαγένειας. Λογοτεχνία και τόπος. Η περίπτωση της Κοζάνης («Παρέμβαση»). Η τωρινή έκδοση Ο καθρέφτης και το πρίσμα περιλαμβάνει δεκαπέντε διηγήματα και αντλεί τον τίτλο της από το τελευταίο ομώνυμο κείμενο, όπου, κοντά στ’ άλλα, γίνεται λόγος για τις αντικρουόμενες απόψεις ανάμεσα στους επιστήμονες: «Η κρυστάλλινη διαύγεια έδωσε τη θέση της στην απροσδιοριστία και στις θεωρίες του χάους. Από τον καθρέφτη με το καθαρό είδωλο στο πρίσμα όπου ο καθένας βλέπει ό,τι θέλει» (σ. 141).

Τα θέματα της συλλογής συνηθισμένα και ασυνήθιστα. Τα πρώτα: ο χωρισμός ενός ζευγαριού, η στερημένη ερωτική ζωή μιας χήρας κι ενός υπαλλήλου του ΤΕΒΕ, η επίσκεψη ενός συγγραφέα του κέντρου στην επαρχία, ο επαναστατημένος μαθητής κι ο νέος που πεθαίνουν αντίστοιχα από τοξικές ουσίες και AIDS, η απογοήτευση από την πολιτική, η εξέγερση ενός υποταγμένου επιστάτη σχολείου μια νύχτα πριν βγει στη σύνταξη, σκέψεις με αφορμή την εκδήλωση τιμής στο συντηρητή της ιστορικής μνήμης Κ. Σιαμπανόπουλο, οι παιδικές αναμνήσεις από τα Χριστούγεννα στο χωριό. Τα ύστερα: οι βιογραφίες των μαθηματικών Τζιρόλαμο Καρντάνο και Εβαρίστ Γκαλουά, που άνοιξαν καινούριους δρόμους στην επιστήμη, αλλά και του ρεμπέτη Στράτου Χατζηγεωργίου, καθώς και των Ελλήνων διανοουμένων Νεόφυτου Αδαμαντίδη από τη Σιάτιστα, λόγιου του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, και του Στέφανου Λογοθέτη από το Ξερολίβαδο του Βερμίου, ρομαντικού ποιητή.

Το πιο ενδιαφέρον μέρος της θεματολογίας αλλά και της συλλογής συνδέεται με τις βιβλιοθήκες, οι οποίες θυμίζουν Μπόρχες, έτσι ώστε θα μπορούσε να πει κανείς ότι το βιβλίο γράφεται με άλλα βιβλία. Λέει ένας από τους αφηγητές: «Προτιμώ τη μυρωδιά των τυπωμένων βιβλίων και την ιστορική βιβλιοθήκη από την αιθάλη των καφενείων. Μου αρέσουν τα ταξίδια μέσα από τις σελίδες. Και τα ελάχιστα που έκανα έξω από την πόλη μου ήταν σε μέρη με φημισμένες βιβλιοθήκες» («Περί Συστήματος του Παντός», σ. 32). Στις βιβλιοθήκες βρίσκει ο πεζογράφος τα στοιχεία που χρειάζεται, για να συνθέσει τις βιογραφίες των εξαίρετων μαθηματικών Καρντάνο και Γκαλουά με τις ακαδημαϊκές διαμάχες, τις μικροπρέπειες και τις απάτες, αλλά και των Μακεδόνων λογίων Νεόφυτου Αδαμαντίδη και Στέφανου Λογοθέτη, καθώς και του ησυχαστή Αγιορείτη μοναχού Αμφιλόχιου. Και δεν έχει καμιά σημασία αν τα βιογραφούμενα πρόσωπα είναι πραγματικά ή όχι, εφόσον στη λογοτεχνία αυτό που μετράει είναι μονάχα η πειστικότητα της αναπαράστασης. Σε όλες αυτές τις αναζητήσεις έπαιξε ασφαλώς το σημαντικό της ρόλο η ιστορική Δημοτική Βιβλιοθήκη της Κοζάνης με τα σημαντικά χειρόγραφα και το πλήθος των παλιών βιβλίων.

Ο Καραγιάννης ελέγχει εξαρχής την αφήγηση. Χωρίς πολύπλοκους μύθους και με στραμμένη την προσοχή στο ουσιώδες, καταφέρνει να αναδείξει τις εποχές των συμβάντων αλλά και τα εσωτερικά τοπία των ηρώων. Μικροπερίοδος λόγος, χιούμορ διακριτικό, λεπταίσθητη ειρωνεία, σχόλια για την ίδια τη γραφή, άνεση αφηγηματική, είναι τα χαρακτηριστικά της γραφής του. Οι αφηγητές του πάλι είναι συχνότερα άντρες κι ανώνυμοι, ενώ οι επαγγελματικές τους ιδιότητες συνδέονται συνηθέστερα με τα Γράμματα: ζωγράφος, καθηγητής, δημοσιογράφος, πανεπιστημιακός, διδάκτορας ή υποψήφιος διδάκτορας. Στις καλύτερες περιπτώσεις περιφέρονται στις βιβλιοθήκες κι εμπνέονται από τις αναγνώσεις. Είναι, με άλλα λόγια, αφηγητές-αναγνώστες, όπως έγραψε ο Δ.Ν. Μαρωνίτης (εφ. «Το Βήμα της Κυριακής», 1/8-7-2007). Ενίοτε μάλιστα ορισμένοι μιλούν με τόση εμβρίθεια για τα βιβλία, ώστε να αποκαλύπτουν και την άλλη όψη του συγγραφέα, την ενασχόληση με την κριτική βιβλίου («Περί Συστήματος του Παντός», «Το Ρόδον της Θλίψεως»), κι άλλοτε παραθέτουν αποσπάσματα από κατασκευασμένα ή μη κείμενα των βιογραφούμενων προσώπων, δίνοντας ένα χαρακτήρα ντοκουμέντου στα διηγήματα («Αυτοβιογραφία», «Ο καθρέφτης και το πρίσμα»), ενώ ένας μιμείται ενόλω το ύφος του Παπαδιαμάντη («Ο Νοσταλγός»). Τέλος, οι αφηγητές βρίσκονται κατά κανόνα εντός της ιστορίας είτε ως πρωταγωνιστές είτε ως παρατηρητές των τεκταινομένων κι αυτός είναι ένας σοβαρός λόγος, για να είναι ιδιαίτερα πειστικοί.

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2007

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

Διαπιστευτήρια στιβαρού πεζογράφου



ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΣΦΥΡΙΔΗΣ

Πάντα πίστευα και πιστεύω ότι χρειάζεται αναγνωστική παιδεία, για να μπορέσει να καλλιεργήσει κάποιος το όποιο ταλέντο διαθέτει και να αφήσει έργο, που θα προσθέσει «πόντους» στα γράμματά μας κι όχι να αφαιρέσει. Τέτοια παιδεία φαίνεται να διαθέτει ο Μάκης Καραγιάννης, που γεννήθηκε στις Γούλες Κοζάνης το 1958 και σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, όπου και διαμένει. Τον Μ. Καραγιάννη τον γνωρίσαμε πρώτα ως συνεκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού Παρέμβαση της Κοζάνης και συνδιευθυντή του την περίοδο 1988-1993 (μαζί με τον άλλο Καραγιάννη, τον Βασίλη – απλή συνωνυμία – που συνεχίζει την έκδοση του περιοδικού), όπου στο χριστουγεννιάτικο τεύχος τού 1994 διαβάσαμε και την πρώτη του συγγραφική απόπειρα με το διήγημα Ο νοσταλγός, γραμμένο με το ύφος του Παπαδιαμάντη (στο δρόμο που άνοιξε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος). Δύο χρόνια αργότερα δημοσίευσε ένα ακόμα διήγημα, το Ο σπασμένος κρίκος. Το 2001 κυκλοφόρησε τη μελέτη-ανθολογία, Η αισθητική της ιθαγένειας, έκδοση της Παρέμβασης, για την πόλη της Κοζάνης μέσα από τη λογοτεχνία (με εκτενή δικό του πρόλογο) και ανθολόγιο κειμένων (ποιημάτων και πεζών) Κοζανιτών συγγραφέων. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια, ασκεί συστηματικά κριτική βιβλίου από τις στήλες της εφημερίδας Αυγή. Τον καιρό που διέμενε στην Κοζάνη πρέπει να ήταν τακτικός θαμώνας της περίφημης βιβλιοθήκης της με τα σπάνια χειρόγραφα, τους κώδικες και τις παλιές εκδόσεις, κάτι που ομολογεί και ο ίδιος στην παρούσα συλλογή διηγημάτων του: «Στην ηλικία μου είναι αργά να αλλάξω τα γούστα μου. Προτιμώ τη μυρωδιά των τυπωμένων βιβλίων και την ιστορική βιβλιοθήκη από την αιθάλη των καφενείων. Μου αρέσουν τα ταξίδια μέσα από τις σελίδες. Και τα ελάχιστα που έκανα έξω από την πόλη μου ήταν σε μέρη με φημισμένες βιβλιοθήκες. Πολλοί με αποκαλούν μονόλυκο και παράξενο. Όμως, από τις ανιαρές απεραντολογίες των πεζοδρομίων και τις μαραγκιασμένες ψυχές επιλέγω να συναναστρέφομαι τα ωραιότερα πνεύματα περασμένων εποχών». (σ. 32). Η συλλογή διηγημάτων του Ο καθρέφτης και το πρίσμα, είναι, θα έλεγα, ο καρπός ενός δεκαπεντάχρονου – κόντρα στο ρεύμα της εποχής – πνευματικού ιδρώτα. Απομένει να εξετάσουμε αν ο Καραγιάννης διαθέτει και το ανάλογο ποσοστό λογοτεχνικού ταλέντου που θα τον αναδείξει σε αξιόλογο νέο πεζογράφο.

Τη συλλογή συγκροτούν δεκαπέντε διηγήματα. Πέντε από αυτά αναφέρονται σε βίους ιστορικών προσώπων, που δεν είναι γνωστά στο ευρύ κοινό, τις ζωές των οποίων γνώρισε ο Καραγιάννης στη μακρόχρονη περιπλάνησή του στους σπάνιους τόμους της βιβλιοθήκης. Ο συγγραφέας επέλεξε τα πρόσωπα αυτά γιατί η λογοτεχνική ανάπλαση των βίων τους τού ήταν πρόσφορη για να περάσει μέσα στα κείμενα τα δικά του πιστεύω – ή ανησυχίες – για τη ζωή. Γράφει: «Υπάρχουν κάτι τύποι παράξενοι. Νομίζει η ψυχή σου ότι βρήκε έναν σύντροφο, ένα στασίδι ν’ ακουμπήσει την πίκρα της» (σ. 16).

Ενδιαφέρουσα εδώ είναι και η παρατήρηση του Δημήτρη Μαρωνίτη στο «μονοτονικό» του με τίτλο Ένας αφηγητής αναγνώστης: «Ο τίτλος του μονοτονικού, για όσους ξέρουν κάπως τα γραπτά μου, αποτελεί παραπομπή: ανακαλεί επίτηδες την επιγραφή “Κ. Π. Καβάφης, ένας ποιητής αναγνώστης”, με την οποία σημάδεψα εξαρχής τα καβαφικά μου μελετήματα. Εδώ όμως θα σταθώ για λίγο. Ξέρουμε ότι ο Αλεξανδρινός στα μυθολογικά και στα ιστορικά του ποιήματα ψάχνει (συχνά σπάνιες)γραμματειακές και λογοτεχνικές πηγές, από όπου αντλεί την έμπνευσή του, διαβάζοντας προσεκτικά και παραφράζοντας με ασυναγώνιστη μαεστρία. Τον ενδιαφέρουν κυρίως ιστορημένα πρόσωπα και περιστατικά, με παραδειγματικό χαρακτήρα, που έμειναν όμως στη σκιά, μισοπραγματικά-μισοφανταστικά. Αυτή τη μέθοδο (όπου το εγώ και το εσύ αντικρίζονται με το αυτός και το αυτό) ασκεί , λάτρης της βιβλιοθήκης, και ο Καραγιάννης στα περισσότερα και στα καλύτερα από τα δεκαπέντε διηγήματά του».[i] Για πράγματα που ήθελε να μιλήσει, και – ενδεχομένως – δεν του ταίριαζαν οι προσωπογραφίες κάποιων ιστορικών προσώπων για να παραλληλίσει γεγονότα και καταστάσεις του παρελθόντος με αντίστοιχα της σύγχρονης εποχής, δημιούργησε δικούς του αφανείς ήρωες, πλαστούς, ή προχώρησε σε παραλλαγές πορτρέτων γνωστών και υπαρκτών προσώπων των ημερών μας που του ενέπνευσαν τα διηγήματα, τα αληθινά ονόματα των οποίων έκρινε σκόπιμο να μην δημοσιοποιήσει. Η αφήγηση είναι κυρίως πρωτοπρόσωπη (13 διηγήματα) με αφηγητή που μπορεί – συνήθως – να ταυτιστεί με τον συγγραφέα κι άλλοτε όχι (π.χ. στα διηγήματα Αναζητώντας επίλογο και Ο καθρέφτης και το πρίσμα αφηγητής είναι γυναίκα). Παρ’ όλα αυτά η οπτική γωνία από την οποία εξιστορούνται και κρίνονται τα γεγονότα παραμένει σταθερή: είναι αυτή του Καραγιάννη. Ο Λέων Α. Ναρ στην κριτική του για το βιβλίο σημειώνει: «Κάθε αφήγηση ζωής που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ο καθρέφτης και το πρίσμα” είναι μια προσπάθεια ερμηνείας της ανθρώπινης εμπειρίας. Η αμεσότητα της αφήγησης των πρωταγωνιστών της κάθε ιστορίας αντιστοιχεί με τις εξατομικευμένες αλήθειες που συνθέτουν την ιστορική πραγματικότητα. Ωστόσο, οι λογοτεχνικές περσόνες του Καραγιάννη είναι σκηνοθετημένες και κατευθύνονται σε μεγάλο βαθμό από τις λογοτεχνικές του αναζητήσεις»[ii].

Ας επισκοπήσουμε όμως αναλυτικότερα το βιβλίο και ορισμένα διηγήματα για να φανεί καλύτερα ο τρόπος με τον οποίο ο Καραγιάννης συνθέτει τα διηγήματά του.

Να δούμε πρώτα ποια είναι τα πέντε ιστορικά πρόσωπα των οποίων τα πορτρέτα σκιαγραφεί στα διηγήματά του ο Καραγιάννης: Ο Τζιρόλαμο Καρντάνο (1501-1576), διάσημος μαθηματικός, γιατρός και αστρολόγος. Ταυτόχρονα όμως και ένας τυχοδιώκτης που παρουσίασε ως δική του τη μέθοδο επίλυσης των τριτοβάθμιων εξισώσεων που του εμπιστεύθηκε ο φίλος του μαθηματικός Νικολό Ταρτάλια, κάτι – το βιβλίο του Ars Magnaγια το οποίο έμεινε στην ιστορία (Αυτοβιογραφία). Ο λόγιος του Διαφωτισμού Νεόφυτος Αδαμαντίδης από τη Σιάτιστα (Περί Συστήματος του Παντός). Ο ρομαντικός ποιητής Στέφανος Λογοθέτης από το Ξερολίβαδο Βερμίου (Το Ρόδον της Θλίψεως). Ο μοναχός του Αγίου Όρους Αμφιλόχιος συγγραφέας της Μυστικής οδού (Επικίνδυνοι έρωτες). Ο θεμελιωτής της σύγχρονης άλγεβρας Εβαρίστ Γκαλουά (1811-1832) που η σημασία της θεωρίας του έγινε γνωστή μετά τον πρόωρο θάνατό του σε μονομαχία (Ο καθρέπτης και το πρίσμα). Τις προθέσεις του Καραγιάννη να σκιαγραφήσει με αδρές πινελιές τους βίους των προσώπων αυτών, αλλά και των άλλων, των φανταστικών, που επινοεί, μας τις αποκαλύπτει ο ίδιος ο συγγραφέας: «Μέσα σε κάθε ιστορία που πλάθεται ερμηνεύοντας γεγονότα, ψυχορραγεί η αλήθεια και ο βιογράφος μάχεται να της εμφυσήσει την πνοή της ζωής». Και αμέσως μετά συμπληρώνει: «Ο Μπόρχες έγραψε ότι η πραγματικότητα είναι τόσο περίπλοκη κι η Ιστορία τόσο αποσπασματική και σχηματοποιημένη, ώστε ένας παντογνώστης παρατηρητής θα μπορούσε να γράψει έναν απροσδιόριστο, ενδεχομένως και άπειρο, αριθμό βιογραφιών ενός ανθρώπου» (σ. 52).

Στα περισσότερα διηγήματα του βιβλίου εξιστορούνται παράλληλα δύο γεγονότα ή περιστατικά. Το ένα – το πρώτο – αφορά τον αφηγητή του διηγήματος και το άλλο το κύριο πρόσωπο της ιστορίας, πραγματικό του παρελθόντος ή φανταστικό του παρόντος. Ας δούμε, για παράδειγμα, το πρώτο διήγημα της συλλογής Αυτοβιογραφία. Ο αφηγητής σχεδιάζει να ξαναγράψει την περίφημη Αυτοβιογραφία του Καρντάνο για να αποκαταστήσει την αλήθεια.

Γνωστός καθηγητής πανεπιστημίου, που θεωρείται σοβαρό άτομο στο πανεπιστημιακό περιβάλλον, ετοιμάζει κι αυτός βιβλίο με θέμα Οι πόλεμοι για την επιστήμη. Το επεισόδιο Καρντάνο και θέλει να πληροφορηθεί λεπτομέρειες από την έρευνα που έκανε ο αφηγητής για τη ζωή του διάσημου μαθηματικού του παρελθόντος. Έτσι έχουμε μια ιστορία που αφηγείται επεισόδιο πνευματικής κλοπής, όταν ο Καρντάνο οικειοποιήθηκε τον πνευματικό μόχθο του φίλου του μαθηματικού Ταρτάλια και έγινε διάσημος ο ίδιος και η μέθοδος επίλυσης των τριτοβάθμιων εξισώσεων που δημοσίευσε, και παράλληλα, μια άλλη προσπάθεια πνευματικής κλοπής των ευρημάτων του αφηγητή για τη ζωή του Καρντάνο από προβεβλημένο καθηγητή πανεπιστημίου του καιρού μας. Και βέβαια, μέσα από την εξιστόρηση των δύο αυτών περιστατικών ο Καραγιάννης θέτει ερωτήματα:

«Και ερωτώ, κύριοι: (ο αφηγητής ανακοινώνει σε συνέδριο τα αποτελέσματα της έρευνάς του) σε ποιον ανήκει η δόξα της ιστορίας; Ο Ταρτάλια ανακάλυψε τη λύση, ο Καρντάνο ανέδειξε τη σημασία της, γενίκευσε για όλες τις περιπτώσεις, έθεσε τα θεμέλια της Άλγεβρας. Αποτελεί τούτο πνευματική αλητεία ή, αντίθετα, το μοντέλο Καρντάνο-Ταρτάλια φανερώνει ότι οι φιλοδοξίες και οι ανταγωνισμοί, ακόμη και πάνω από ηθικές αρχές, είναι το οξυγόνο της πνευματικής προόδου;» (σσ. 19-21).

Παρακάτω ο αφηγητής, απηχώντας την άποψη του συγγραφέα, παίρνει θέση τυπώνοντας αμέσως το βιβλίο του με τίτλο Η συμβολή της απάτης στην παραγωγή της γνώσης. Η περίπτωση Καρντάνο, κάτι που έκανε τον καθηγητή έξω φρενών: «Ουρλιάζει και με κατηγορεί για αντιγραφή ο αδαής που συγκέντρωσε πέντε ξερά βιογραφικά στοιχεία ασύνδετα και χωρίς νόημα, αδυνατώντας να ανακαλύψει την ουσία των πραγμάτων, το ρίγος των γεγονότων, τη σκοτεινή ρίζα της ύπαρξης.

Τους ξέρω καλά όσους κυνηγούν πάση θυσία τη ματαιοδοξία της προβολής και την υστεροφημία της επιστήμης.

Είναι επικίνδυνοι» (σ. 23).

Και ποια είναι η ουσία των πραγμάτων και το ρίγος των γεγονότων που δεν μπορούσε να αντιληφθεί ο διαπρεπής καθηγητής; Μα τα όσα εξιστορεί ο ίδιος ο Καρντάνο: Ότι ο αγαπημένος του γιος Τζιοβάνι, ο πρεσβύτερος, αποκεφαλίζεται ως ένοχος συζυγοκτονίας∙ ότι ο μικρότερος γιος του Άλντο, βίαιος και χαρτοπαίκτης, εξορίζεται ως κοινός κλέφτης και αποκληρώνεται∙ ότι η κόρη του εξελίχτηκε σε πόρνη. Γράφει ο Καραγιάννης:

«Τα τελευταία χρόνια, τσακισμένος, φτωχός και περιφρονημένος (ο Καρντάνο), αποσύρεται στη Ρώμη γράφοντας την Αυτοβιογραφία του.De Propria Vita.

Σοφός πλέον, ένιωσε ότι απ’ όλα τα αντικείμενα της έρευνάς του – ιατρική, μαθηματικά, αστρολογία, κι από την αλχημεία ακόμα και τη μαγεία – κανένα δεν συγκρίνεται με την ίδια τη ζωή» (σ. 22). Κάθε επιπλέον σχολιασμός για το διήγημα αυτό, νομίζω ότι περιττεύει.

Σε παρόμοιο κλίμα κινείται και το τελευταίο διήγημα Ο καθρέφτης και το πρίσμα που έδωσε και τον τίτλο στη συλλογή. Στην αρχή εξιστορείται η ζωή του νεαρού μαθηματικού και φανατικού δημοκρατικού, Εβαρίστ Γκαλουά, που διαπρεπείς καθηγητές μαθηματικών του καιρού του αποδείχτηκαν μετριότητες, αφού δεν μπορούσαν να αντιληφθούν την ιδιοφυία του νεαρού που με τη Θεωρία των Ομάδων έγινε ο θεμελιωτής της μοντέρνα άλγεβρας. Η αφηγήτρια χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Γκαλουά σε εργασία της που προορίζεται για διδακτορική διατριβή, την οποία πρέπει να εγκρίνει τριμελής επιτροπή καθηγητών πανεπιστημίου, οι οποίοι την βασανίζουν με τα τερτίπια τους. Έχουμε, επομένως κι εδώ, ιστορία μέσα στην ιστορία. Αναφύεται επίσης το ερώτημα: πρέπει ο πνευματικός άνθρωπος να αποδεχτεί αναξιοπρεπείς συμβιβασμούς για να γίνει γνωστό το έργο του; Υπάρχει και η ηθική στάση που συμπεραίνεται από την άρνηση της αφηγήτριας να ενδώσει στις σεξουαλικές ορέξεις ενός εκ των καθηγητών, όταν, για να τον καλοπιάσει, τον κάλεσε σπίτι της για τραπέζι∙ αποτέλεσμα να αναβληθεί επ’ αόριστον η προώθηση της διατριβής της. Διαβάζουμε:

«Τον κοιτάζω που κατεβαίνει γρήγορα τα σκαλιά. Καθώς χάνεται μέσα στη νύχτα μου φαίνεται μικρός και ασήμαντος.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά με κυρίευσε η μελαγχολία και ζήλεψα παράφορα το ηρωικό τέλος του Γκαλουά και την εποχή του.

Έφυγε πικραμένος από τα πάντα. Ήταν ανώφελο πια να ζει. Η σφαίρα που έβαλε τέλος στη ζωή του επισφράγισε και την τυπική της λήξη» (σ. 150).

Ένα άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει πολλά από τα διηγήματα της συλλογής είναι οι πολλαπλές εκδοχές που υπάρχουν για τη ζωή κάποιου από τους ήρωες του βιβλίου ή για ένα γεγονός που εξιστορείται όταν αναζητείται η αλήθεια, έτσι που στο τέλος καταλήγουμε, πως η έννοια της «αντικειμενικής» αλήθειας είναι μια ουτοπία, ή ότι υπάρχουν πολλές «υποκειμενικές» αλήθειες και μάλιστα αντιφατικές, ανάλογα από ποια οπτική γωνία, εμπειρία ή συμφέρον εξετάζει κανείς το θέμα, ακόμα κι αν πρόκειται για ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα. Ας δούμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα με πλαστούς ήρωες. Στο διήγημα Θολή γραμμή (εύγλωττος ο τίτλος) ένας δημοσιογράφος θέλει να κάνει ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα για κάποιο ηλικιωμένο λαϊκό συνθέτη της δεκαετίας του 1950, ο οποίος εισήχθη εκτάκτως σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης για λόγους υγείας. Παίρνει, λοιπόν, συνεντεύξεις από διαφόρους που τον γνώρισαν από κοντά. Ορισμένοι του έπλεξαν φωτοστέφανο:

« Ο Στράτος είναι ο Θεόφιλος της μουσικής. Ένας αυθεντικός λαϊκός καλλιτέχνης παραγνωρισμένος από τους ομοτέχνους και το πλατύ κοινό. Το έργο του, αν και μικρό σε όγκο, καθρεφτίζει τη χρυσή εποχή του λαϊκού τραγουδιού» (σ. 42).

Και η άλλη εκδοχή:

«Ο στιχουργός Κώστας Βάρκας, που δούλεψε λίγο μαζί του, αρνήθηκε να μιλήσει μπροστά στην κάμερα. Ισχυρίστηκε μόνον ότι δεν ήταν εντάξει τύπος. Όλοι γνώριζαν, είπε, ότι το περίφημο σόλο του “Το μινόρε της βροχής”, ήταν διασκευασμένο τραγούδι του Καλφάκου που είχε φύγει στην Αμερική. Ο Στράτος τσέπωσε ποσοστά και δόξα που δεν του ανήκαν» (σ. 43).

Κάποιος άλλος είπε ότι υπήρξε και χαφιές της αστυνομίας και μια πρώην ερωμένη του τον αποκάλεσε «πουτάνα ψυχή». Λοιπόν, «Τι είναι αλήθεια, τι πλάνη, και τι ανάμεσά τους;» για να θυμηθούμε και το ερώτημα που θέτει ο συγγραφέας στην πρώτη αράδα του οπισθόφυλλου της συλλογής.Το ίδιο συμβαίνει και στο διήγημα Η πίσω πλευρά. Μια μεγαλογυναίκα, χήρα που είχε μεγαλώσει τρία παιδιά, ζούσε μόνη κι έρημη σ’ ένα χωριό του Έβρου. Νοίκιασε ένα δωμάτιο του σπιτιού της στον Αλέξανδρο, έναν έφεδρο αξιωματικό που υπηρετούσε τη θητεία του. Η συγκατοίκηση την ξανάνιωσε και άρχισε εμφανίσεις σε γιορτές της τοπικής κοινωνίας μαζί με τον Αλέξανδρο. Το κουτσομπολιό φούντωσε. Όταν ο αξιωματικός έφυγε από το χωριό με μετάθεση, εκείνη μαράζωσε και μη αντέχοντας τις κακές γλώσσες των συγχωριανών της – μήπως όμως τον χωρισμό; – , αυτοκτόνησε πέφτοντας στο ποτάμι. Ο συγγραφέας παραθέτει τις διάφορες εκδοχές για τα αίτια της αυτοκτονίας της, ακόμα και την άποψη του Αλέξανδρου που πήγε να τον βρει στη Ναύπακτο, όπου ζούσε. Και καταλήγει: «Πολλοί στο χωριό λένε ότι δεν άντεξε την ντροπή. Την αλήθεια δεν θα την μάθουμε ποτέ. Ωστόσο εγώ νομίζω ότι ο έρωτας τσακίζει τις αδύναμες ψυχές που του παραδίνονται ανυπεράσπιστες» (σ. 65).

Τέλος, υπάρχουν και διηγήματα που αναφέρονται σε σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα, όπως είναι τα ναρκωτικά στο σχολεία (Χώματα γλυκά), το Aids (Αναζητώντας επίλογο ), η καταπίεση της δημοσιοϋπαλληλικής καριέρας (Βίος και πολιτεία του Παντελή Δημητρίου) ή η οίηση ενός συγγραφέα που επιδίωξε με κάθε μέσον και συναλλαγή την καθιέρωσή του (Γραφή δε μένει εις χρόνους πληρέστερους).

Γραφή ρεαλιστική, λιτή, χωρίς ασάφειες ή πλατειασμούς, με ποιητική αύρα που διαχέεται συνεσταλμένα στις σελίδες του βιβλίου, με εκλεπτυσμένο χιούμορ όπου χρειάζεται. Γραφή, λοιπόν, παραδοσιακή, η οποία όμως ενσωματώνει πολλές από της μοντέρνες τεχνικές της διηγηματογραφίας με τις οποίες ο Καραγιάννης οικοδομεί ένα απόλυτα προσωπικό ύφος (κάποιοι φανατικοί των εφήμερων λογοτεχνικών θεωριών θα το βάπτιζαν «μεταμοντέρνο») ακολουθώντας το μεταπολεμικό ρεύμα της νεορεαλιστικής πρόζας που καλλιέργησαν πολλοί διηγηματογράφοι της Θεσσαλονίκης. Προσόν της γραφής του η ενάργεια που διαθέτουν τα κείμενα. Παραθέτω και τη γνώμη του Μαρωνίτη: «Σε μια εποχή που ιδρώνει κανείς να βρει πεζογραφικό κείμενο γραμμένο σε προσωπικό ύφος, που να διαλέγεται γόνιμα με κάποια χωνεμένα πρότυπα, ο Καραγιάννης συντάσσει τη διηγητική του γλώσσα με συγγραφική επιμέλεια, που προϋποθέτει επίμονη άσκηση και προπαιδεία. Το υφολογικό αποτέλεσμα είναι συχνά αποκαλυπτικό: πίσω και κάτω από την τελειωμένη φράση ακούγεται, άλλοτε και αλλού ο ζωικός σφυγμός του Βιζυηνού, άλλοτε και αλλού η μουσική ανάσα του Παπαδιαμάντη. Στον οποίο εξάλλου ομολογεί έμπρακτα ο Καραγιάννης τις γλωσσικές, και όχι μόνο, οφειλές του, με το “χριστουγεννιάτικο” διήγημά του Νοσταλγός».[iii]

Θα ολοκληρώσω τη βιβλιοκρισία με κάποιες παρατηρήσεις:

1. Παρόλο που τα διηγήματα του Καραγιάννη προϋποθέτουν εμπειρικό έρμα (ως εμπειρικό έρμα θεωρώ και τα έμμεσα βιώματα που του προσφέρει η ανάγνωση) η επεξεργασία τους βασίζεται σε γερό πνευματικό εργαστήρι∙ έχουν δηλαδή διανοητική σύλληψη και κατασκευή. Ο Καραγιάννης, κατά κάποιον τρόπο, σκηνοθετεί το διήγημα για να περάσει – ανάλογα με το θέμα – συγκεκριμένες απόψεις και κρίσεις για αυτό που λέμε «ζωή» ή να παραλληλίσει το παρελθόν με το παρόν αφήνοντας τον αναγνώστη να αντλήσει τα δικά του συμπεράσματα.

2. Με το «σκηνοθετεί» εννοώ αναπαριστάνει – αναβιώνει –μια πραγματικότητα του παρελθόντος ή του παρόντος με τη δημιουργική φαντασία που διαθέτει. Αυτή εξάλλου είναι και η αποστολή της λογοτεχνίας. Αναβίωση όμως της πραγματικότητας, ανεξάρτητα αν τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι πραγματικά ή φανταστικά, σημαίνει αληθοφάνεια. Όπου αυτή χωλαίνει το αποτέλεσμα υστερεί, κάτι που συμβαίνει σε ορισμένα – λίγα ευτυχώς – διηγήματα του τόμου με ποιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το διήγημα Αναζητώντας επίλογο το οποίο αναφέρεται στη ζωή ασθενών με Aids, που καλύτερα να έλλειπε.

3. Για την καλύτερη κατανόηση των ιστορικών κυρίως κειμένων του, ο Καραγιάννης μάς φανερώνει τις πηγές του με υποσημειώσεις και με τις δύο σελίδες σημειώσεων στο τέλος του βιβλίου. Έτσι ο αναγνώστης έχει κάποιο – μικρό έστω – παράθυρο για να δει τον τρόπο λειτουργίας του πνευματικού εργαστηρίου του συγγραφέα.

4. Στα περισσότερα διηγήματα του τόμου υποφώσκει ένας τόνος διδαχής και ηθικού συμπεράσματος, κάτι που μου θύμισε τα δεκαπέντε πεζά του Ντίνου Χριστιανόπουλου Οι ρεμπέτες του ντουνιά. Πράγματι, στο βιβλίο του αυτό, ο Χριστιανόπουλος, πήρε οκτώ πρόσωπα του μύθου, της ιστορίας και της λογοτεχνίας και επτά τύπους της σύγχρονης εποχής και δημιούργησε ιστορίες, που στόχο έχουν να αναδείξουν τις διαχρονικές αξίες του φιλότιμου, της λαϊκής ψυχής, της γνησιότητας των αισθημάτων, της ελεύθερης βούλησης που δεν λογαριάζει τις κοινωνικές συνθήκες και κάνει αυτό που πιστεύει ως σωστό, κι άλλα, που ενσωματώνει στην έννοια «ρεμπέτης».[iv] Ο Καραγιάννης γνωρίζει καλά το έργο του Χριστινόπουλου, του οποίου μάλιστα επιμελήθηκε αφιέρωμα στην εφημερίδα Αυγή (1 Ιαν. 2005). Αυτό κάθε άλλο παρά σημαίνει μίμηση. Ίσως μια γόνιμη επιρροή.

5. Τέλος, ο Καραγιάννης με το πρώτο του αυτό βιβλίο μας έδωσε τα διαπιστευτήρια στιβαρού πεζογράφου που εντάσσεται στο αξιόλογο δυναμικό των διηγηματογράφων της Θεσσαλονίκης.


[i] Εφημ. Το Βήμα, 1 Ιουλ. 2007.

[ii] Εφημ. Μακεδονία, 3 Ιουλ. 2007.

[iii] Ό.π. 1.

[iv] Για περισσότερα βλέπε στο κείμενό μου για την πεζογραφία του Χριστιανόπουλου στη μελέτη Εν Θεσσαλονίκη: 13 σύγχρονοι πεζογράφοι, Θεσσαλονίκη 2001, εκδ. Ιανός.


Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2007

Συνέντευξη στον Αγγελιοφόρο της Κυριακής, 11.11.07

Η λογοτεχνία έχει τη δική της δικαιοσύνη

Της ΕΥΗΣ ΚΑΡΚΙΤΗ

Στο βιβλίο του Μάκη Καραγιάννη ο μαθηματικός Τζιρόλαμο Καρντάνο συναντά τον λόγιο νεόφυτο Αδαμαντίδη, τον ποιητή Στέφανο Λογοθέτη, τον ρεμπέτη Στράτο Χατζηγεωργίου, τον υπάλληλο του ΤΕΒΕ Παύλο Κοντορούση. Ιστορικά και φανταστικά πρόσωπα ενώνονται σε έναν τόπο κοινό, εκείνον της γραφής. Ο «Καθρέφτης και το Πρίσμα» είναι ένα βιβλίο που εντυπωσιάζει με το βάθος και την πρωτοτυπία των αφηγηματικών του επιλογών. Ο συγγραφέας μίλησε στον «ΑτΚ».

Στα 15 διηγήματα σας ο στόχος ήταν να εντοπίσετε την «αλήθεια» των όσων βιογραφείτε και τι σημαίνει για σας «αληθινό» στη λογοτεχνία;

Οι ήρωες του βιβλίου μου αναζητούν την αλήθεια στον έρωτα, τη ζωή, την επιστήμη, την τέχνη. Μέχρι τον Διαφωτισμό ο Θεός και η εκκλησία όριζαν την αλήθεια, το καλό και το κακό, δίνοντας μια σημασία σε κάθε τι και όσους διαφωνούσαν, -όπως έγινε με τον Καρντάνο, έναν μεγάλο μαθηματικό και ήρωα του πρώτου διηγήματος- τους απειλούσε ή και τους έριχνε στην πυρά.
Σήμερα ζούμε σε έναν κόσμο σχετικότητας, πολυπλοκότητας και αμφισημίας των πραγμάτων. Η αναζήτηση της αλήθειας έγινε μια προσωπική περιπέτεια. Ασφαλώς, όλοι ισχυρίζονται ότι την κατέχουν -αρκεί να δει κανείς στα τηλεοπτικά παράθυρα πόσοι είναι έτοιμοι να κατασπαράξουν τον συνομιλητή τους- αλλά η τραγωδία είναι ότι δεν συμπίπτει με εκείνη του διπλανού τους. Κι αυτή είναι η συνεισφορά της λογοτεχνίας. Να δώσει ένα νόημα στα πράγματα και τον κόσμο. Να τα βάλει σε τάξη.
Ο Καρντάνο στο τέλος της ζωής του γράφει την αυτοβιογραφία του. Η αφήγηση είναι μια πράξη παραμυθητική, αλλά προπαντός μια πράξη αυτογνωσίας. Όπως λέω και στο μότο του Λειβαδίτη το οποίο παραθέτω στο διήγημα: «Ακόμα κι η ζωή μου αποκτά σημασία όταν τη διηγούμαι σε κάποιον». Η αλήθεια της λογοτεχνίας είναι πιο σημαντική γιατί είναι το απόσταγμα της ζωής.

Γιατί επιλέξατε να αφηγηθείτε τις ζωές των ηρώων σας ακολουθώντας ένα δοκιμιακό ύφος;

Οι τύποι των ηρώων ανήκουν σε μια μεγάλη ανθρωπογεωγραφική και ιστορική περιοχή, όμως υπάρχει ένα κοινό νήμα που τους συνδέει. Είναι εραστές και νοσταλγοί της απόλυτης αλήθειας από την οποία θα αγγίξουν μόνον ιριδισμούς και αντανακλάσεις. Παρά το δοκιμιακό ύφος σε πολλές ιστορίες, αυτή η πλάνη στην οποία ζουν θέλω να πιστεύω ότι, εν τέλει, τους κάνει να φαίνονται πιο συμπαθητικοί μέσα στην αυταπάτη τους.

Η συνύπαρξη φανταστικών και φυσικών προσώπων στοχεύει σε κάτι συγκεκριμένο;

Ό,τι επιγράφεται ως λογοτεχνία, είναι φανερό ότι διεκδικεί κάποιες ελευθερίες. Ακόμη και στα φυσικά πρόσωπα πίσω την αλχημεία των λέξεων διακρίνεται μια επιλεγμένη ή επινοημένη πραγματικότητα. Όλες οι εκδοχές των ηρώων, φανταστικές ή πραγματικές, πρέπει να είναι μοναδικές, να αποκαλύπτουν μια πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης.

Όχι τυχαία παραθέτετε μια φράση του Schwob. «Η τέχνη του βιογράφου θα ήταν να δώσει τόση αξία στη ζωή ενός φτωχού ηθοποιού όσο και στη ζωή του Σαίξπηρ». Προφανώς εργαστήκατε με βάση αυτό. Γιατί είναι σημαντική μια τέτοια εξίσωση;

Ο κάθε άνθρωπος είναι ένας ολόκληρος θαυμαστός κόσμος. Όλοι έχουν, εν δυνάμει, μέσα τους τη χάρη. Μέσα στον καθένα φωλιάζει ένας μικρός πρίγκιπας. Και ποιος θα ορίσει ποιος είναι σημαντικός και ποιος ασήμαντος; Ακόμη και οι «μεγάλοι» έχουν λερωθεί λίγο από τη λάσπη των ελαττωμάτων.
Η λογοτεχνία έχει τη δική της δικαιοσύνη. Οι αξίες επανατοποθετούνται. Ταπεινοί και διάσημοι, αδέξιοι και ταλαντούχοι, βρίσκουν μια θέση ισότιμη στο αφηγηματικό της σύμπαν, σταλάζοντας πάνω τους κάτι από την αθανασία της τέχνης. Ξαναγράφει την Ιστορία από την πλευρά των ηττημένων της ζωής.
Η εξίσωση είναι, επίσης, σημαντική γιατί οι «δυνατοί» είναι ελάχιστοι. Κατά βάθος -πέρα από μια επίπλαστη ευημερία- ο πόνος, οι αδυναμίες και τα πάθη είναι το κοινό μας πεπρωμένο.


Υπάρχει κίνδυνος ένας βιογράφος να δει στον καθρέφτη όχι το πρόσωπο που βιογραφεί αλλά το δικό του είδωλο; Που μπορεί να τον οδηγήσει αυτό;

Βεβαίως, αλλά τις περισσότερες φορές γίνεται ασυνείδητα. Υπάρχουν ορισμένες εκλεκτικές συγγένειες σε σχέση με ορισμένα πρόσωπα και θέματα. Ό,τι αγαπάμε μας νικάει και μας παρασύρει χωρίς να το θέλουμε, για να ανακαλύψουμε στο τέλος το είδωλό μας. Αλλά, παραφράζοντας τον Αναγνωστάκη, ίσως η τέχνη δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπο μας.

Υπάρχουν πρόσωπα που αποτέλεσαν για σας ένα σημείο εκκίνησης, πρόσωπα που κατά κάποιο τρόπο σας οδήγησαν και στα υπόλοιπα;

Ναι. Ο λόγιος Νεόφυτος Αδαμαντίδης, ένα φανταστικό πρόσωπο το οποίο δημιούργησα επηρεασμένος από τον Μπόρχες, με οδήγησε στον κόσμο των βιβλιοθηκών, στα χειρόγραφα και τις σπάνιες εκδόσεις του Aldus Manutius. Αυτή η βιβλιοφιλία ανιχνεύεται και στις υπόλοιπες ιστορίες.
Επίσης, ο Εβαρίστ Γκαλουά, ένας από τους πιο διάσημους μαθηματικούς. Η ιστορία του είναι συγκινητική. Πέθανε είκοσι χρονών σε μονομαχία για μια γυναίκα. Ήταν επαναστάτης, επιστήμονας και ερωτευμένος. Ίσως, ο ρομαντισμός και οι ανησυχίες του είναι το αντίδοτο για την εποχή της πλήξης στην οποία ζούμε στερημένοι από οράματα, αδιάβροχοι από συναισθήματα.

Αγγελιοφόρος 11.11.07

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2007

Εκλεκτικές (αυτο)βιογραφίες


ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

«Η κρυστάλλινη διαύγεια έδωσε τη θέση της στην απροσδιοριστία και στις θεωρίες του χάους. Από τον καθρέφτη με το καθαρό είδωλο στο πρίσμα όπου ο καθένας βλέπει ό,τι θέλει», αποφαίνεται η υποψήφια διδάκτορας στο ομώνυμο με τον τίτλο του βιβλίου διήγημα της πρώτης συλλογής του Μάκη Καραγιάννη. Θέμα της διατριβής της, που βρίσκεται στο τελικό στάδιο υποστήριξης και έγκρισης, η κριτική αντιμετώπιση της βιογραφίας του Εβαρίστ Γκαλουά. Eξάλλου, οι βιογραφίες πραγματικών ή φανταστικών προσώπων, σπουδαίων ή ασήμαντων, της Ιστορίας ή της καθημερινότητας, είναι ο κύριος άξονας του βιβλίου· ο άλλος είναι τα ίδια τα βιβλία που απαρτίζουν έναν κόσμο ζωής και πλάνης, πραγματικότητας και φαντασίας, ιδεολογίας και σύγχυσης, για όσους έχουν μάθει να ζουν με αυτά και μέσα από αυτά.

Το πρώτο πεζογραφικό βιβλίο του μαθηματικού και βιβλιοκριτικού Μάκη Καραγιάννη, συνεκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού της Κοζάνης Παρέμβαση, τον εισάγει πλησίστιο στη λογοτεχνία και παρέχει ένα ακόμη εξαιρετικό δείγμα τού πώς η ειδική επιστήμη μπορεί να μεταπλαστεί σε λόγο δημιουργικό. Άλλωστε στην Ελλάδα έχουμε παράδοση σε αξιόλογους λογοτέχνες, μαθηματικούς (και γιατρούς), παλαιότερους και νεότερους. Από τους τελευταίους αναφέρω ενδεικτικά τον Απόστολο Δοξιάδη, τον Δημήτρη Μίγγα, τον Τεύκρο Μιχαηλίδη. Ένας άνθρωπος χωμένος στα βιβλία και στις βιβλιοθήκες κορφολογεί στοιχεία και συνθέτει σύνολα: βιογραφικά, αυτοβιογραφικά, βιοσοφικά. Από τη μια ένας τυφλοπόντικας των βιβλιοθηκών και της επιστήμης και από την άλλη ένας ζωντανός καρδιοκαταχτητής που «δόξαζε την απόλαυση της στιγμής».

Το βιβλίο, αποτελούμενο από δεκαπέντε διηγήματα, αρχίζει και τελειώνει κυκλικά με την κριτική αντιμετώπιση και αναδιήγηση της ζωής δύο σημαντικών και ιδιαίτερων επιστημόνων: του γιατρού, μαθηματικού και αστρολόγου Τζερόλαμο Καρντάνο (16ος αιώνας) και του θεμελιωτή της σύγχρονης άλγεβρας Εβαρίστ Γκαλουά (19ος αιώνας), που σκοτώθηκε σε μονομαχία, όντας μόλις είκοσι χρονών.

Από το εισαγωγικό κιόλας διήγημα, «Αυτοβιογραφία», ο αφηγητής, με ειρωνεία που διακριτικά διολισθαίνει στον αυτοσαρκασμό, συνδέει τη δική του παρουσία στην επιστήμη με την Αυτοβιογραφία (De Propria Vita) του Καρντάνο και βρίσκει τρόπο να αντιμετωπίσει θέματα όπως η ειλικρίνεια και οι παγίδες του αυτοβιογραφικού λόγου, η φήμη και η υστεροφημία των μεγάλων, η επιστημονική δεοντολογία και η κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, ο έλεγχος και η κριτική της γνώσης, η καθιέρωση νέων θεωριών, οι επιστημονικές επαναστάσεις.

Στο δεύτερο διήγημα, «Στον αστερισμό της Κασσιόπης», κυριαρχούν ο έρωτας, η ζήλεια, η προδοσία, η προσπάθεια της λησμονιάς, η καταστροφή που όμως δεν ήταν εκδίκηση, αλλά ούτε και λύτρωση, για να καταλήξει: «Εκείνο που τελεσίδικα δεν αλλάζει είναι η μοναξιά». Oι χαμένες εκδόσεις βιβλίων, οι παραγνωρισμένες αυθεντίες της τέχνης, ο ρομαντισμός και ο Διαφωτισμός, το θανατηφόρο κοινωνικό σχόλιο και η μικρότητα στις ανθρώπινες συναλλαγές, η γλύκα και η πίκρα της διδασκαλίας («η μοναξιά του καθηγητή πάνω στην έδρα»), η στιγμιαία παρέκβαση από την κοσμική ζωή και το κάλεσμα του ασκητισμού, η άχαρη καθημερινότητα της υποταγμένης δημοσιοϋπαλληλίας, το αποτρόπαιο παιχνίδι του ΑΙDS, η νοσταλγική επιστροφή «εις τους αγρούς των αναμνήσεων», η ομορφιά που «προχωρεί χωρίς τον ελάχιστο οίκτο για τους στερημένους», ο καθρέφτης και το πρίσμα, η αντανάκλαση και η διάθλαση είναι τα θέματα που ρητά εκφράζονται ή λανθάνουν στα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής.

Από τα επιμέρους χαρακτηριστικά της γραφής του Καραγιάννη αξίζει να επισημάνει κανείς τα στρωτά και ξεκάθαρα ελληνικά του, με τις ελεγειακές εμβόλιμες ανάσες, το δοκιμιακό ύφος (που δεν μεταπίπτει στην εκζήτηση), την αποφθεγματική χροιά (που παραπέμπει στους μύθους), την αναφορά του χρόνου (προσδιορισμένου επακριβώς και με θερμομετρικά κριτήρια), την ειρωνική χρήση λέξεων και ιδεών.

O Μάκης Καραγιάννης ξέρει να χειρίζεται επιδέξια και τις διακειμενικές αναφορές και το βιωματικό υλικό. Για τις πρώτες μάλιστα δεν διαστάζει να δηλώσει τις οφειλές και τις πνευματικές του συγγένειες, από τον Μαρσέλ Σβομπ και τον Μπόρχες μέχρι τον Βιζυηνό, τον Παπαδιαμάντη και τον Τάσο Λειβαδίτη. Το μότο: «Η τέχνη του βιογράφου θα ήταν να δώσει τόση αξία στη ζωή ενός φτωχού ηθοποιού όσο και στη ζωή του Σαίξπηρ» από τον πρόλογο των Φανταστικών βίων του Σβομπ και το υπέρμετρα αναλυτικό οπισθόφυλλο του βιβλίου προσανατολίζουν την πρόσληψη του αναγνώστη. Εξάλλου, πολλές από τις πεποιθήσεις του προτύπου του φαίνεται να ενστερνίζεται ο Καραγιάννης και να αποδεικνύει έμπρακτα: το ότι η μόρφωση, για παράδειγμα, είναι μια περιπέτεια· το ότι στη βάση της δημιουργίας υπόκειται η επιστήμη· το ότι δεν υπάρχει πια πρωτοτυπία, τα πάντα έχουν ειπωθεί, ο συγγραφέας ξέρει «πως τα δικά του βιβλία είναι φτιαγμένα από τα συντρίμμια πολλών άλλων» και συνεπώς εκείνο που του μένει είναι «να γράφει καλά». Στην αφήγηση το υποκειμενικό στοιχείο παραμερίζει την έννοια της αντικειμενικότητας και στο παιχνίδι της μνήμης με την λήθη αλλά και της εσκεμμένης αλλοίωσης και ελαφράς παραχάραξης, δεν ξέρουμε ποιος είναι τελικά ο κερδισμένος.

Άφησα τελευταία την θεμιτή απορία του επαρκούς ή λιγότερο ενημερωμένου αναγνώστη για το ποιοι από τους βιογραφούμενους είναι υπαρκτά και ποιοι φανταστικά πρόσωπα. Ακόμα και οι σημειώσεις του τέλους, ηθελημένα, άλλοτε διαφωτίζουν και άλλοτε παραπλανούν. Δεν νομίζω ότι η απάντηση λύνει κανένα πρόβλημα. Η δυναμική της αφήγησης του Μάκη Καραγιάννη σε βάζει στις ατραπούς που θέλει ή που εσύ μπορείς να μπεις και αυτό είναι αρκετό. O καθρέφτης και το πρίσμα είναι πραγματική λογοτεχνία.

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2007

Από την αυτοβιογραφία στη βιογραφία-Πώς ο Παπαδιαμάντης εμπνέει σύγχρονους συγγραφείς

ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ

Δύο πρωτοεμφανιζόμενοι Βορειοελλαδίτες, μιας κάποιας ηλικίας, αμφότεροι απόφοιτοι του Αριστοτελείου, φιλόλογος ο πρεσβύτερος Γιάννης Ατζακάς, μαθηματικός και πλέον μυθοπλάστης ο νεότερoς Μάκης Καραγιάννης, δοκιμάζονται μεταξύ αυτοβιογραφικού και βιογραφικού λόγου, με κοινό χαρακτηριστικό το δέλεαρ της αφήγησης και ιδανικό λογοτεχνικό παράδειγμα το παπαδιαμάντειο διήγημα μετατοπισμένο στα οικεία τους εδάφη. Στον Θεολόγο της Θάσου διαδραματίζεται το πεζογράφημα του Ατζακά, με κυρίαρχο πρόσωπο τη γιαγιά Βενετιά, που ανέτως στοιχίζεται πίσω από τις σκιαθίτισσες γραίες και ας έζησε έναν αιώνα αργότερα, αφήνοντας και αυτή πολύτιμη κληρονομιά την ντοπιολαλιά της. Σε χωριό της Κοζάνης, τον δικό του γενέθλιο τόπο, τοποθετεί ο Καραγιάννης το διήγημα «Ο νοσταλγός», ένα από τα δεκαπέντε της συλλογής και το πρώτο δημοσιευμένο, το 1994, κατά τη συμπλήρωση εκατονταετίας από τη δημοσίευση του παπαδιαμαντικού «Η νοσταλγός». Γραμμένο με τον τρόπο του Σκιαθίτη, έχει ως ήρωα τον πάππο του αφηγητή, που φέρνει του μπαρμπα-Γιαννιού από το «Ερωτας στα χιόνια».

Μνήμες και νοσταλγία

Απροσχημάτιστα αυτοβιογραφικός ο Ατζακάς, αν και σύμφωνα με τον Μπόρχες, τον οποίο μνημονεύει ο Καραγιάννης στους φανταστικούς βίους που σχεδιάζει, το περίπλοκο της πραγματικότητας και το σχηματοποιημένο της ιστορίας οδηγεί σε άπειρο αριθμό βιογραφιών. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για την ταραχώδη δεκαετία του 1940 στη Θάσο, που γνώρισε τη βουλγαρική κατοχή και το «κακορίζικο» 1949 με τις συμπλοκές ανάμεσα σε αντάρτες, χωροφύλακες και ΜΑΥδες.

Μνημονεύοντας Σολωμό και Παπαδιαμάντη ο αφηγητής ανασύρει μνήμες με νοσταλγία και ας ήταν «ορφανός αμφοτέρων των γονέων», καταπώς τον χαρακτήρισαν στις παιδοπόλεις όπου διέμεινε οκτώ χρόνια ως ανταρτόπληκτος. Ωστόσο, πριν από τα μεγάλα βάσανα στις μεγάλες πολιτείες, πέρασε τα πρώτα οκτώ χρόνια της ζωής του στο νησί και σε αυτά ανατρέχει, ζωντανεύοντας τους ανθρώπους που τον μεγάλωσαν, τη γιαγιά του, που κοπελούδα το 1900 είχε δουλέψει στα καπνομάγαζα της Καβάλας, και τον πάππο του, γεννημένο τη χρονιά που πέθανε ο Μακρυγιάννης, και μαζί τους το πατρογονικό του, δύο δρόμους πιο πάνω από το αρχοντικό του οπλαρχηγού Χατζηγιώργη.

Με στοχαστική διάθεση περιγράφει τις πανάρχαιες τέχνες και τεχνικές εντός και εκτός οικίας. Ανασύρει τις εικόνες, όπως του εντυπώθηκαν, μαζί με τις νουθεσίες της γιαγιάς, καθώς θυμάται τα λόγια των μεγάλων αλλά και τις σιωπές τους. Γιατί τότε ήταν πολλά εκείνα που δεν έπρεπε ένα παιδί να ακούσει. Τη διήγηση των ειρηνικών έργων διακόπτει ένα μακρύ κεφάλαιο με τίτλο «Οι αντάρτες».

Ο αφηγητής δείχνει αποστασιοποιημένος, αν και όχι ουδέτερος. Σε εκείνες τις συμπλοκές τα παλικάρια ήταν οι αντάρτες, δικά τους τα κομμένα κεφάλια και η διαπόμπευση, ανεξάρτητα αν ο αφηγητής κλείνει τον κύκλο μνημονεύοντας το ερωτικό σμίξιμο παιδιών από τις αντιμαχόμενες πλευρές. Τι θα συγκρατήσει και τι θα παρασιωπήσει ο αυτοβιογραφούμενος είναι ο δικός του τρόπος μυθοπλασίας καθώς και συνομιλίας με την Ιστορία. Οπως και αν έχει, ο Ατζακάς προτιμά τους ελεγειακούς τόνους, βαραίνοντας προς το τέλος το ύφος με υπαρξιακές αγωνίες αντί μιας κάποιας συνέχειας για τα χρόνια που έζησε υπό τη σκέπη της «Μεγάλης Μητέρας», της βασίλισσας, ή για τη μοίρα του πατέρα που βγήκε στο βουνό για δεύτερη φορά το 1947 και από τότε έμεινε άφαντος.

Το ξέσπασμα του ταπεινού





«Παιδί κρύβεται σε ντουλάπα», 1947. Φωτογραφία του Ιωάννη Λάμπρου από το λεύκωμα του Μουσείου Μπενάκη «Ιωάννης Δ. Λάμπρος, 1915-1988, ευγενείς επισημάνσεις ενός ανήσυχου φακού»


Και ο νεότερος Καραγιάννης, όμως, που δεν γνώρισε εμπόλεμες καταστάσεις, φορτίζει συναισθηματικά όσα διηγήματα έχουν κοινωνικό περιεχόμενο, σκιαγραφώντας τα πάθη της ψυχής ενός επαναστατημένου μαθητή που καταλήγει ναρκομανής ή ενός ασθενούς με AIDS, το ντρόπιασμα της χήρας του χωριού όταν ερωτεύεται κάποιο παιδαρέλι ή του μεσήλικου «ζουμπά» στο καφενείο που λιμπίζεται μικρές, το ξέσπασμα του ταπεινού φύλακα σχολικού κτιρίου την παραμονή της συνταξιοδότησης ή και του εγκαταλειμμένου εραστή που απεργάζεται σχέδια εκδίκησης, και ακόμη προβάλλοντας τη συναισθηματική κρίση του καθηγητή πάνω στην έδρα αλλά και την αναξιοπιστία της τηλεοπτικής είδησης.

Πιστεύουμε ότι περισσότερο ευτυχεί ένα διήγημα κουρδισμένο σε τόνους ήπιας σάτιρας, όπου ανιστορείται η επίσκεψη ενός μπεστ-σελερίστα σε επαρχιακή πόλη από τη σκοπιά ντόπιου φερέλπιδος συγγραφέα. Το εν λόγω διήγημα πρωτοδημοσιεύθηκε το 2001, στο προηγούμενο βιβλίο του Καραγιάννη Η αισθητική της ιθαγένειας, περί της πόλεως και της μνήμης της Κοζάνης αλλά και της λεγόμενης επαρχιακής λογοτεχνίας. Σε εκείνο το βιβλίο ο συγγραφέας επιδεικνύει τα ιστορικά του αποθησαυρίσματα, από τα οποία και ξεπήδησαν δύο συναρπαστικά διηγήματα της συλλογής, με τη μορφή βιογραφίας, για λογίους του Διαφωτισμού. Το πιθανότερο, πρόσωπα φανταστικά, αν και ποτέ δεν ξέρει κανείς στο ομιχλώδες τοπίο του 18ου αιώνα. Ενα τρίτο διήγημα, συγγενούς αφηγηματικής τεχνικής, ανατρέχει ακόμη παλαιότερα, στην εποχή των Παλαιολόγων και στο Αγιον Ορος όπου ακμάζει το κίνημα των Ησυχαστών.

Αν και ο συγγραφέας στην αρχή και στο τέλος της συλλογής τοποθετεί διηγήματα για επιφανείς μαθηματικούς, μια και προσφάτως οι βίοι μαθηματικών προκαλούν το ενδιαφέρον του κοινού. Μόνο που οι μαθηματικοί, ως επί το πλείστον, διάγουν βίον πεζόν, οπότε οι μυθοπλάστες συνωστίζονται αναζητώντας τους λιγοστούς ταραξίες και επαναστάτες. Στην περίπτωση του Καραγιάννη είθε στο μέλλον να υπερισχύσει ο ιστοριοδίφης του μαθηματικού. Οπως και αν έχει, δύο τα καλά κρατούμενα στη λίστα των πρωτοεμφανιζομένων του 2007.

Το ΒΗΜΑ, 21/10/2007