Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

Διαπιστευτήρια στιβαρού πεζογράφου



ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΣΦΥΡΙΔΗΣ

Πάντα πίστευα και πιστεύω ότι χρειάζεται αναγνωστική παιδεία, για να μπορέσει να καλλιεργήσει κάποιος το όποιο ταλέντο διαθέτει και να αφήσει έργο, που θα προσθέσει «πόντους» στα γράμματά μας κι όχι να αφαιρέσει. Τέτοια παιδεία φαίνεται να διαθέτει ο Μάκης Καραγιάννης, που γεννήθηκε στις Γούλες Κοζάνης το 1958 και σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, όπου και διαμένει. Τον Μ. Καραγιάννη τον γνωρίσαμε πρώτα ως συνεκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού Παρέμβαση της Κοζάνης και συνδιευθυντή του την περίοδο 1988-1993 (μαζί με τον άλλο Καραγιάννη, τον Βασίλη – απλή συνωνυμία – που συνεχίζει την έκδοση του περιοδικού), όπου στο χριστουγεννιάτικο τεύχος τού 1994 διαβάσαμε και την πρώτη του συγγραφική απόπειρα με το διήγημα Ο νοσταλγός, γραμμένο με το ύφος του Παπαδιαμάντη (στο δρόμο που άνοιξε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος). Δύο χρόνια αργότερα δημοσίευσε ένα ακόμα διήγημα, το Ο σπασμένος κρίκος. Το 2001 κυκλοφόρησε τη μελέτη-ανθολογία, Η αισθητική της ιθαγένειας, έκδοση της Παρέμβασης, για την πόλη της Κοζάνης μέσα από τη λογοτεχνία (με εκτενή δικό του πρόλογο) και ανθολόγιο κειμένων (ποιημάτων και πεζών) Κοζανιτών συγγραφέων. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια, ασκεί συστηματικά κριτική βιβλίου από τις στήλες της εφημερίδας Αυγή. Τον καιρό που διέμενε στην Κοζάνη πρέπει να ήταν τακτικός θαμώνας της περίφημης βιβλιοθήκης της με τα σπάνια χειρόγραφα, τους κώδικες και τις παλιές εκδόσεις, κάτι που ομολογεί και ο ίδιος στην παρούσα συλλογή διηγημάτων του: «Στην ηλικία μου είναι αργά να αλλάξω τα γούστα μου. Προτιμώ τη μυρωδιά των τυπωμένων βιβλίων και την ιστορική βιβλιοθήκη από την αιθάλη των καφενείων. Μου αρέσουν τα ταξίδια μέσα από τις σελίδες. Και τα ελάχιστα που έκανα έξω από την πόλη μου ήταν σε μέρη με φημισμένες βιβλιοθήκες. Πολλοί με αποκαλούν μονόλυκο και παράξενο. Όμως, από τις ανιαρές απεραντολογίες των πεζοδρομίων και τις μαραγκιασμένες ψυχές επιλέγω να συναναστρέφομαι τα ωραιότερα πνεύματα περασμένων εποχών». (σ. 32). Η συλλογή διηγημάτων του Ο καθρέφτης και το πρίσμα, είναι, θα έλεγα, ο καρπός ενός δεκαπεντάχρονου – κόντρα στο ρεύμα της εποχής – πνευματικού ιδρώτα. Απομένει να εξετάσουμε αν ο Καραγιάννης διαθέτει και το ανάλογο ποσοστό λογοτεχνικού ταλέντου που θα τον αναδείξει σε αξιόλογο νέο πεζογράφο.

Τη συλλογή συγκροτούν δεκαπέντε διηγήματα. Πέντε από αυτά αναφέρονται σε βίους ιστορικών προσώπων, που δεν είναι γνωστά στο ευρύ κοινό, τις ζωές των οποίων γνώρισε ο Καραγιάννης στη μακρόχρονη περιπλάνησή του στους σπάνιους τόμους της βιβλιοθήκης. Ο συγγραφέας επέλεξε τα πρόσωπα αυτά γιατί η λογοτεχνική ανάπλαση των βίων τους τού ήταν πρόσφορη για να περάσει μέσα στα κείμενα τα δικά του πιστεύω – ή ανησυχίες – για τη ζωή. Γράφει: «Υπάρχουν κάτι τύποι παράξενοι. Νομίζει η ψυχή σου ότι βρήκε έναν σύντροφο, ένα στασίδι ν’ ακουμπήσει την πίκρα της» (σ. 16).

Ενδιαφέρουσα εδώ είναι και η παρατήρηση του Δημήτρη Μαρωνίτη στο «μονοτονικό» του με τίτλο Ένας αφηγητής αναγνώστης: «Ο τίτλος του μονοτονικού, για όσους ξέρουν κάπως τα γραπτά μου, αποτελεί παραπομπή: ανακαλεί επίτηδες την επιγραφή “Κ. Π. Καβάφης, ένας ποιητής αναγνώστης”, με την οποία σημάδεψα εξαρχής τα καβαφικά μου μελετήματα. Εδώ όμως θα σταθώ για λίγο. Ξέρουμε ότι ο Αλεξανδρινός στα μυθολογικά και στα ιστορικά του ποιήματα ψάχνει (συχνά σπάνιες)γραμματειακές και λογοτεχνικές πηγές, από όπου αντλεί την έμπνευσή του, διαβάζοντας προσεκτικά και παραφράζοντας με ασυναγώνιστη μαεστρία. Τον ενδιαφέρουν κυρίως ιστορημένα πρόσωπα και περιστατικά, με παραδειγματικό χαρακτήρα, που έμειναν όμως στη σκιά, μισοπραγματικά-μισοφανταστικά. Αυτή τη μέθοδο (όπου το εγώ και το εσύ αντικρίζονται με το αυτός και το αυτό) ασκεί , λάτρης της βιβλιοθήκης, και ο Καραγιάννης στα περισσότερα και στα καλύτερα από τα δεκαπέντε διηγήματά του».[i] Για πράγματα που ήθελε να μιλήσει, και – ενδεχομένως – δεν του ταίριαζαν οι προσωπογραφίες κάποιων ιστορικών προσώπων για να παραλληλίσει γεγονότα και καταστάσεις του παρελθόντος με αντίστοιχα της σύγχρονης εποχής, δημιούργησε δικούς του αφανείς ήρωες, πλαστούς, ή προχώρησε σε παραλλαγές πορτρέτων γνωστών και υπαρκτών προσώπων των ημερών μας που του ενέπνευσαν τα διηγήματα, τα αληθινά ονόματα των οποίων έκρινε σκόπιμο να μην δημοσιοποιήσει. Η αφήγηση είναι κυρίως πρωτοπρόσωπη (13 διηγήματα) με αφηγητή που μπορεί – συνήθως – να ταυτιστεί με τον συγγραφέα κι άλλοτε όχι (π.χ. στα διηγήματα Αναζητώντας επίλογο και Ο καθρέφτης και το πρίσμα αφηγητής είναι γυναίκα). Παρ’ όλα αυτά η οπτική γωνία από την οποία εξιστορούνται και κρίνονται τα γεγονότα παραμένει σταθερή: είναι αυτή του Καραγιάννη. Ο Λέων Α. Ναρ στην κριτική του για το βιβλίο σημειώνει: «Κάθε αφήγηση ζωής που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ο καθρέφτης και το πρίσμα” είναι μια προσπάθεια ερμηνείας της ανθρώπινης εμπειρίας. Η αμεσότητα της αφήγησης των πρωταγωνιστών της κάθε ιστορίας αντιστοιχεί με τις εξατομικευμένες αλήθειες που συνθέτουν την ιστορική πραγματικότητα. Ωστόσο, οι λογοτεχνικές περσόνες του Καραγιάννη είναι σκηνοθετημένες και κατευθύνονται σε μεγάλο βαθμό από τις λογοτεχνικές του αναζητήσεις»[ii].

Ας επισκοπήσουμε όμως αναλυτικότερα το βιβλίο και ορισμένα διηγήματα για να φανεί καλύτερα ο τρόπος με τον οποίο ο Καραγιάννης συνθέτει τα διηγήματά του.

Να δούμε πρώτα ποια είναι τα πέντε ιστορικά πρόσωπα των οποίων τα πορτρέτα σκιαγραφεί στα διηγήματά του ο Καραγιάννης: Ο Τζιρόλαμο Καρντάνο (1501-1576), διάσημος μαθηματικός, γιατρός και αστρολόγος. Ταυτόχρονα όμως και ένας τυχοδιώκτης που παρουσίασε ως δική του τη μέθοδο επίλυσης των τριτοβάθμιων εξισώσεων που του εμπιστεύθηκε ο φίλος του μαθηματικός Νικολό Ταρτάλια, κάτι – το βιβλίο του Ars Magnaγια το οποίο έμεινε στην ιστορία (Αυτοβιογραφία). Ο λόγιος του Διαφωτισμού Νεόφυτος Αδαμαντίδης από τη Σιάτιστα (Περί Συστήματος του Παντός). Ο ρομαντικός ποιητής Στέφανος Λογοθέτης από το Ξερολίβαδο Βερμίου (Το Ρόδον της Θλίψεως). Ο μοναχός του Αγίου Όρους Αμφιλόχιος συγγραφέας της Μυστικής οδού (Επικίνδυνοι έρωτες). Ο θεμελιωτής της σύγχρονης άλγεβρας Εβαρίστ Γκαλουά (1811-1832) που η σημασία της θεωρίας του έγινε γνωστή μετά τον πρόωρο θάνατό του σε μονομαχία (Ο καθρέπτης και το πρίσμα). Τις προθέσεις του Καραγιάννη να σκιαγραφήσει με αδρές πινελιές τους βίους των προσώπων αυτών, αλλά και των άλλων, των φανταστικών, που επινοεί, μας τις αποκαλύπτει ο ίδιος ο συγγραφέας: «Μέσα σε κάθε ιστορία που πλάθεται ερμηνεύοντας γεγονότα, ψυχορραγεί η αλήθεια και ο βιογράφος μάχεται να της εμφυσήσει την πνοή της ζωής». Και αμέσως μετά συμπληρώνει: «Ο Μπόρχες έγραψε ότι η πραγματικότητα είναι τόσο περίπλοκη κι η Ιστορία τόσο αποσπασματική και σχηματοποιημένη, ώστε ένας παντογνώστης παρατηρητής θα μπορούσε να γράψει έναν απροσδιόριστο, ενδεχομένως και άπειρο, αριθμό βιογραφιών ενός ανθρώπου» (σ. 52).

Στα περισσότερα διηγήματα του βιβλίου εξιστορούνται παράλληλα δύο γεγονότα ή περιστατικά. Το ένα – το πρώτο – αφορά τον αφηγητή του διηγήματος και το άλλο το κύριο πρόσωπο της ιστορίας, πραγματικό του παρελθόντος ή φανταστικό του παρόντος. Ας δούμε, για παράδειγμα, το πρώτο διήγημα της συλλογής Αυτοβιογραφία. Ο αφηγητής σχεδιάζει να ξαναγράψει την περίφημη Αυτοβιογραφία του Καρντάνο για να αποκαταστήσει την αλήθεια.

Γνωστός καθηγητής πανεπιστημίου, που θεωρείται σοβαρό άτομο στο πανεπιστημιακό περιβάλλον, ετοιμάζει κι αυτός βιβλίο με θέμα Οι πόλεμοι για την επιστήμη. Το επεισόδιο Καρντάνο και θέλει να πληροφορηθεί λεπτομέρειες από την έρευνα που έκανε ο αφηγητής για τη ζωή του διάσημου μαθηματικού του παρελθόντος. Έτσι έχουμε μια ιστορία που αφηγείται επεισόδιο πνευματικής κλοπής, όταν ο Καρντάνο οικειοποιήθηκε τον πνευματικό μόχθο του φίλου του μαθηματικού Ταρτάλια και έγινε διάσημος ο ίδιος και η μέθοδος επίλυσης των τριτοβάθμιων εξισώσεων που δημοσίευσε, και παράλληλα, μια άλλη προσπάθεια πνευματικής κλοπής των ευρημάτων του αφηγητή για τη ζωή του Καρντάνο από προβεβλημένο καθηγητή πανεπιστημίου του καιρού μας. Και βέβαια, μέσα από την εξιστόρηση των δύο αυτών περιστατικών ο Καραγιάννης θέτει ερωτήματα:

«Και ερωτώ, κύριοι: (ο αφηγητής ανακοινώνει σε συνέδριο τα αποτελέσματα της έρευνάς του) σε ποιον ανήκει η δόξα της ιστορίας; Ο Ταρτάλια ανακάλυψε τη λύση, ο Καρντάνο ανέδειξε τη σημασία της, γενίκευσε για όλες τις περιπτώσεις, έθεσε τα θεμέλια της Άλγεβρας. Αποτελεί τούτο πνευματική αλητεία ή, αντίθετα, το μοντέλο Καρντάνο-Ταρτάλια φανερώνει ότι οι φιλοδοξίες και οι ανταγωνισμοί, ακόμη και πάνω από ηθικές αρχές, είναι το οξυγόνο της πνευματικής προόδου;» (σσ. 19-21).

Παρακάτω ο αφηγητής, απηχώντας την άποψη του συγγραφέα, παίρνει θέση τυπώνοντας αμέσως το βιβλίο του με τίτλο Η συμβολή της απάτης στην παραγωγή της γνώσης. Η περίπτωση Καρντάνο, κάτι που έκανε τον καθηγητή έξω φρενών: «Ουρλιάζει και με κατηγορεί για αντιγραφή ο αδαής που συγκέντρωσε πέντε ξερά βιογραφικά στοιχεία ασύνδετα και χωρίς νόημα, αδυνατώντας να ανακαλύψει την ουσία των πραγμάτων, το ρίγος των γεγονότων, τη σκοτεινή ρίζα της ύπαρξης.

Τους ξέρω καλά όσους κυνηγούν πάση θυσία τη ματαιοδοξία της προβολής και την υστεροφημία της επιστήμης.

Είναι επικίνδυνοι» (σ. 23).

Και ποια είναι η ουσία των πραγμάτων και το ρίγος των γεγονότων που δεν μπορούσε να αντιληφθεί ο διαπρεπής καθηγητής; Μα τα όσα εξιστορεί ο ίδιος ο Καρντάνο: Ότι ο αγαπημένος του γιος Τζιοβάνι, ο πρεσβύτερος, αποκεφαλίζεται ως ένοχος συζυγοκτονίας∙ ότι ο μικρότερος γιος του Άλντο, βίαιος και χαρτοπαίκτης, εξορίζεται ως κοινός κλέφτης και αποκληρώνεται∙ ότι η κόρη του εξελίχτηκε σε πόρνη. Γράφει ο Καραγιάννης:

«Τα τελευταία χρόνια, τσακισμένος, φτωχός και περιφρονημένος (ο Καρντάνο), αποσύρεται στη Ρώμη γράφοντας την Αυτοβιογραφία του.De Propria Vita.

Σοφός πλέον, ένιωσε ότι απ’ όλα τα αντικείμενα της έρευνάς του – ιατρική, μαθηματικά, αστρολογία, κι από την αλχημεία ακόμα και τη μαγεία – κανένα δεν συγκρίνεται με την ίδια τη ζωή» (σ. 22). Κάθε επιπλέον σχολιασμός για το διήγημα αυτό, νομίζω ότι περιττεύει.

Σε παρόμοιο κλίμα κινείται και το τελευταίο διήγημα Ο καθρέφτης και το πρίσμα που έδωσε και τον τίτλο στη συλλογή. Στην αρχή εξιστορείται η ζωή του νεαρού μαθηματικού και φανατικού δημοκρατικού, Εβαρίστ Γκαλουά, που διαπρεπείς καθηγητές μαθηματικών του καιρού του αποδείχτηκαν μετριότητες, αφού δεν μπορούσαν να αντιληφθούν την ιδιοφυία του νεαρού που με τη Θεωρία των Ομάδων έγινε ο θεμελιωτής της μοντέρνα άλγεβρας. Η αφηγήτρια χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Γκαλουά σε εργασία της που προορίζεται για διδακτορική διατριβή, την οποία πρέπει να εγκρίνει τριμελής επιτροπή καθηγητών πανεπιστημίου, οι οποίοι την βασανίζουν με τα τερτίπια τους. Έχουμε, επομένως κι εδώ, ιστορία μέσα στην ιστορία. Αναφύεται επίσης το ερώτημα: πρέπει ο πνευματικός άνθρωπος να αποδεχτεί αναξιοπρεπείς συμβιβασμούς για να γίνει γνωστό το έργο του; Υπάρχει και η ηθική στάση που συμπεραίνεται από την άρνηση της αφηγήτριας να ενδώσει στις σεξουαλικές ορέξεις ενός εκ των καθηγητών, όταν, για να τον καλοπιάσει, τον κάλεσε σπίτι της για τραπέζι∙ αποτέλεσμα να αναβληθεί επ’ αόριστον η προώθηση της διατριβής της. Διαβάζουμε:

«Τον κοιτάζω που κατεβαίνει γρήγορα τα σκαλιά. Καθώς χάνεται μέσα στη νύχτα μου φαίνεται μικρός και ασήμαντος.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά με κυρίευσε η μελαγχολία και ζήλεψα παράφορα το ηρωικό τέλος του Γκαλουά και την εποχή του.

Έφυγε πικραμένος από τα πάντα. Ήταν ανώφελο πια να ζει. Η σφαίρα που έβαλε τέλος στη ζωή του επισφράγισε και την τυπική της λήξη» (σ. 150).

Ένα άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει πολλά από τα διηγήματα της συλλογής είναι οι πολλαπλές εκδοχές που υπάρχουν για τη ζωή κάποιου από τους ήρωες του βιβλίου ή για ένα γεγονός που εξιστορείται όταν αναζητείται η αλήθεια, έτσι που στο τέλος καταλήγουμε, πως η έννοια της «αντικειμενικής» αλήθειας είναι μια ουτοπία, ή ότι υπάρχουν πολλές «υποκειμενικές» αλήθειες και μάλιστα αντιφατικές, ανάλογα από ποια οπτική γωνία, εμπειρία ή συμφέρον εξετάζει κανείς το θέμα, ακόμα κι αν πρόκειται για ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα. Ας δούμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα με πλαστούς ήρωες. Στο διήγημα Θολή γραμμή (εύγλωττος ο τίτλος) ένας δημοσιογράφος θέλει να κάνει ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα για κάποιο ηλικιωμένο λαϊκό συνθέτη της δεκαετίας του 1950, ο οποίος εισήχθη εκτάκτως σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης για λόγους υγείας. Παίρνει, λοιπόν, συνεντεύξεις από διαφόρους που τον γνώρισαν από κοντά. Ορισμένοι του έπλεξαν φωτοστέφανο:

« Ο Στράτος είναι ο Θεόφιλος της μουσικής. Ένας αυθεντικός λαϊκός καλλιτέχνης παραγνωρισμένος από τους ομοτέχνους και το πλατύ κοινό. Το έργο του, αν και μικρό σε όγκο, καθρεφτίζει τη χρυσή εποχή του λαϊκού τραγουδιού» (σ. 42).

Και η άλλη εκδοχή:

«Ο στιχουργός Κώστας Βάρκας, που δούλεψε λίγο μαζί του, αρνήθηκε να μιλήσει μπροστά στην κάμερα. Ισχυρίστηκε μόνον ότι δεν ήταν εντάξει τύπος. Όλοι γνώριζαν, είπε, ότι το περίφημο σόλο του “Το μινόρε της βροχής”, ήταν διασκευασμένο τραγούδι του Καλφάκου που είχε φύγει στην Αμερική. Ο Στράτος τσέπωσε ποσοστά και δόξα που δεν του ανήκαν» (σ. 43).

Κάποιος άλλος είπε ότι υπήρξε και χαφιές της αστυνομίας και μια πρώην ερωμένη του τον αποκάλεσε «πουτάνα ψυχή». Λοιπόν, «Τι είναι αλήθεια, τι πλάνη, και τι ανάμεσά τους;» για να θυμηθούμε και το ερώτημα που θέτει ο συγγραφέας στην πρώτη αράδα του οπισθόφυλλου της συλλογής.Το ίδιο συμβαίνει και στο διήγημα Η πίσω πλευρά. Μια μεγαλογυναίκα, χήρα που είχε μεγαλώσει τρία παιδιά, ζούσε μόνη κι έρημη σ’ ένα χωριό του Έβρου. Νοίκιασε ένα δωμάτιο του σπιτιού της στον Αλέξανδρο, έναν έφεδρο αξιωματικό που υπηρετούσε τη θητεία του. Η συγκατοίκηση την ξανάνιωσε και άρχισε εμφανίσεις σε γιορτές της τοπικής κοινωνίας μαζί με τον Αλέξανδρο. Το κουτσομπολιό φούντωσε. Όταν ο αξιωματικός έφυγε από το χωριό με μετάθεση, εκείνη μαράζωσε και μη αντέχοντας τις κακές γλώσσες των συγχωριανών της – μήπως όμως τον χωρισμό; – , αυτοκτόνησε πέφτοντας στο ποτάμι. Ο συγγραφέας παραθέτει τις διάφορες εκδοχές για τα αίτια της αυτοκτονίας της, ακόμα και την άποψη του Αλέξανδρου που πήγε να τον βρει στη Ναύπακτο, όπου ζούσε. Και καταλήγει: «Πολλοί στο χωριό λένε ότι δεν άντεξε την ντροπή. Την αλήθεια δεν θα την μάθουμε ποτέ. Ωστόσο εγώ νομίζω ότι ο έρωτας τσακίζει τις αδύναμες ψυχές που του παραδίνονται ανυπεράσπιστες» (σ. 65).

Τέλος, υπάρχουν και διηγήματα που αναφέρονται σε σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα, όπως είναι τα ναρκωτικά στο σχολεία (Χώματα γλυκά), το Aids (Αναζητώντας επίλογο ), η καταπίεση της δημοσιοϋπαλληλικής καριέρας (Βίος και πολιτεία του Παντελή Δημητρίου) ή η οίηση ενός συγγραφέα που επιδίωξε με κάθε μέσον και συναλλαγή την καθιέρωσή του (Γραφή δε μένει εις χρόνους πληρέστερους).

Γραφή ρεαλιστική, λιτή, χωρίς ασάφειες ή πλατειασμούς, με ποιητική αύρα που διαχέεται συνεσταλμένα στις σελίδες του βιβλίου, με εκλεπτυσμένο χιούμορ όπου χρειάζεται. Γραφή, λοιπόν, παραδοσιακή, η οποία όμως ενσωματώνει πολλές από της μοντέρνες τεχνικές της διηγηματογραφίας με τις οποίες ο Καραγιάννης οικοδομεί ένα απόλυτα προσωπικό ύφος (κάποιοι φανατικοί των εφήμερων λογοτεχνικών θεωριών θα το βάπτιζαν «μεταμοντέρνο») ακολουθώντας το μεταπολεμικό ρεύμα της νεορεαλιστικής πρόζας που καλλιέργησαν πολλοί διηγηματογράφοι της Θεσσαλονίκης. Προσόν της γραφής του η ενάργεια που διαθέτουν τα κείμενα. Παραθέτω και τη γνώμη του Μαρωνίτη: «Σε μια εποχή που ιδρώνει κανείς να βρει πεζογραφικό κείμενο γραμμένο σε προσωπικό ύφος, που να διαλέγεται γόνιμα με κάποια χωνεμένα πρότυπα, ο Καραγιάννης συντάσσει τη διηγητική του γλώσσα με συγγραφική επιμέλεια, που προϋποθέτει επίμονη άσκηση και προπαιδεία. Το υφολογικό αποτέλεσμα είναι συχνά αποκαλυπτικό: πίσω και κάτω από την τελειωμένη φράση ακούγεται, άλλοτε και αλλού ο ζωικός σφυγμός του Βιζυηνού, άλλοτε και αλλού η μουσική ανάσα του Παπαδιαμάντη. Στον οποίο εξάλλου ομολογεί έμπρακτα ο Καραγιάννης τις γλωσσικές, και όχι μόνο, οφειλές του, με το “χριστουγεννιάτικο” διήγημά του Νοσταλγός».[iii]

Θα ολοκληρώσω τη βιβλιοκρισία με κάποιες παρατηρήσεις:

1. Παρόλο που τα διηγήματα του Καραγιάννη προϋποθέτουν εμπειρικό έρμα (ως εμπειρικό έρμα θεωρώ και τα έμμεσα βιώματα που του προσφέρει η ανάγνωση) η επεξεργασία τους βασίζεται σε γερό πνευματικό εργαστήρι∙ έχουν δηλαδή διανοητική σύλληψη και κατασκευή. Ο Καραγιάννης, κατά κάποιον τρόπο, σκηνοθετεί το διήγημα για να περάσει – ανάλογα με το θέμα – συγκεκριμένες απόψεις και κρίσεις για αυτό που λέμε «ζωή» ή να παραλληλίσει το παρελθόν με το παρόν αφήνοντας τον αναγνώστη να αντλήσει τα δικά του συμπεράσματα.

2. Με το «σκηνοθετεί» εννοώ αναπαριστάνει – αναβιώνει –μια πραγματικότητα του παρελθόντος ή του παρόντος με τη δημιουργική φαντασία που διαθέτει. Αυτή εξάλλου είναι και η αποστολή της λογοτεχνίας. Αναβίωση όμως της πραγματικότητας, ανεξάρτητα αν τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι πραγματικά ή φανταστικά, σημαίνει αληθοφάνεια. Όπου αυτή χωλαίνει το αποτέλεσμα υστερεί, κάτι που συμβαίνει σε ορισμένα – λίγα ευτυχώς – διηγήματα του τόμου με ποιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το διήγημα Αναζητώντας επίλογο το οποίο αναφέρεται στη ζωή ασθενών με Aids, που καλύτερα να έλλειπε.

3. Για την καλύτερη κατανόηση των ιστορικών κυρίως κειμένων του, ο Καραγιάννης μάς φανερώνει τις πηγές του με υποσημειώσεις και με τις δύο σελίδες σημειώσεων στο τέλος του βιβλίου. Έτσι ο αναγνώστης έχει κάποιο – μικρό έστω – παράθυρο για να δει τον τρόπο λειτουργίας του πνευματικού εργαστηρίου του συγγραφέα.

4. Στα περισσότερα διηγήματα του τόμου υποφώσκει ένας τόνος διδαχής και ηθικού συμπεράσματος, κάτι που μου θύμισε τα δεκαπέντε πεζά του Ντίνου Χριστιανόπουλου Οι ρεμπέτες του ντουνιά. Πράγματι, στο βιβλίο του αυτό, ο Χριστιανόπουλος, πήρε οκτώ πρόσωπα του μύθου, της ιστορίας και της λογοτεχνίας και επτά τύπους της σύγχρονης εποχής και δημιούργησε ιστορίες, που στόχο έχουν να αναδείξουν τις διαχρονικές αξίες του φιλότιμου, της λαϊκής ψυχής, της γνησιότητας των αισθημάτων, της ελεύθερης βούλησης που δεν λογαριάζει τις κοινωνικές συνθήκες και κάνει αυτό που πιστεύει ως σωστό, κι άλλα, που ενσωματώνει στην έννοια «ρεμπέτης».[iv] Ο Καραγιάννης γνωρίζει καλά το έργο του Χριστινόπουλου, του οποίου μάλιστα επιμελήθηκε αφιέρωμα στην εφημερίδα Αυγή (1 Ιαν. 2005). Αυτό κάθε άλλο παρά σημαίνει μίμηση. Ίσως μια γόνιμη επιρροή.

5. Τέλος, ο Καραγιάννης με το πρώτο του αυτό βιβλίο μας έδωσε τα διαπιστευτήρια στιβαρού πεζογράφου που εντάσσεται στο αξιόλογο δυναμικό των διηγηματογράφων της Θεσσαλονίκης.


[i] Εφημ. Το Βήμα, 1 Ιουλ. 2007.

[ii] Εφημ. Μακεδονία, 3 Ιουλ. 2007.

[iii] Ό.π. 1.

[iv] Για περισσότερα βλέπε στο κείμενό μου για την πεζογραφία του Χριστιανόπουλου στη μελέτη Εν Θεσσαλονίκη: 13 σύγχρονοι πεζογράφοι, Θεσσαλονίκη 2001, εκδ. Ιανός.


Δεν υπάρχουν σχόλια: