Τρίτη, 10 Ιουλίου 2007

Ανάγνωση και αφήγηση

* Η αφήγηση, όπως εξάλλου και η ποίηση, αποδείχνεται κοινό και διάχυτο αγαθό

Δ.Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Υποτίθεται ότι η ανάγνωση έπεται της αφήγησης. Υπόθεση που αποδίδεται τόσο στον ρόλο του αφηγητή όσο και στον ρόλο του αναγνώστη, αφήνοντας απ' έξω τις παραδειγματικές εξαιρέσεις. Μια τέτοια εξαίρεση δοκίμασα να υποδείξω την περασμένη Κυριακή, επιμένοντας στα εξαιρετικά δεκαπέντε διηγήματα του Μάκη Καραγιάννη, συνταγμένα πρόσφατα στον τόμο «Ο καθρέφτης και το πρίσμα» (Εκδόσεις Νεφέλη, 2007). Οπου η ανάγνωση αναλαμβάνει πρωταρχική λειτουργία, ευνοώντας την ωφέλιμη μεταφορά της καβαφικής αυτής μεθόδου και στην πεζογραφία μας. Ετσι προέκυψε προχθές η μετατροπή της επιγραφής «ένας ποιητής αναγνώστης» σε «ένας αφηγητής αναγνώστης». Πώς εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη πεζογραφική περίπτωση η ποιητική αυτή αρχή θα φανεί αργότερα με παραδειγματικά διηγήματα, που θα σχολιαστούν μετά την ιουλιανή διακοπή μου. Προς το παρόν, δυο λόγια (ή περισσότερα) για τη διευρυμένη σημασία και λειτουργία της λέξης «ανάγνωση».

Αν ρηματική της βάση είναι το νεοελληνικό «αναγνωρίζω», ο τελικός της στόχος εντοπίζεται στο ρηματικό ουσιαστικό «αναγνωρισμός». Αρνητική προϋπόθεση του οποίου είναι η ενδιάμεση αποξένωση ενός δικού προσώπου, κατ' επέκταση ενός δικού πράγματος. Η συστηματική εφαρμογή του αναγνωρισμού στον χώρο της λογοτεχνίας, του έπους και του θεάτρου ειδικότερα, καθιέρωσε στο μεταξύ τα μέσα και τους τρόπους του. Τα μέσα ορίστηκαν ως σήματα (μια πληγή στο πόδι, το αμετακίνητο συζυγικό κρεβάτι, ένα σημαδιακό δέντρο στο πατρικό περιβόλι)· οι τρόποι ως προοδευτικό πέρασμα από την επιφυλακτική δυσπιστία στην ευφρόσυνη πίστη, από τη στέρηση στην αναπλήρωση, από τη στείρωση του πόνου στην απελευθέρωση των δακρύων. Η ομηρική Οδύσσεια προσφέρει ιδρυτικά παραδείγματα αναγνωρισμού, επιστεγάζοντας την αναγνωριστική διαδικασία με το ρήμα ασπάζομαι, τα επίθετα ασπάσιος και ασπαστός, και το επίρρημα ασπασίως. Στον κορυφαίο αναγνωρισμό του έπους, ανάμεσα στον Οδυσσέα και στην Πηνελόπη (ψ 231-240), η κρίσιμη λέξη ακούγεται τρεις φορές: ασπάσιος γη, ασπάσιοι επέβαν γης, ασπαστός πόσις.

Με τους όρους αυτούς η ανάγνωση, προηγούμενη της αφήγησης, σκοπεύει στην υπέρβαση της αποξένωσης του αντικειμένου της, το οποίο, σε πρώτη δόση, φαίνεται να αντιστέκεται στην αναγνωστική επίθεση του αφηγητή. Στην επόμενη φάση, όταν το αφήγημα έχει συντελεστεί, επαναλαμβάνεται η ίδια διαδικασία, τώρα από τη μεριά του εξωτερικού αναγνώστη. Ετσι εκμαιεύεται τριπλή αλληλεγγύη: της αφήγησης με την ανάγνωση, του αφηγητή με τον αναγνώστη, του αφηγήματος με το ανάγνωσμα. Με άλλα λόγια: η αφήγηση, όπως εξάλλου και η ποίηση, αποδείχνεται κοινό και διάχυτο αγαθό, το οποίο με την αρχική του αντίσταση προκαλεί την έλξη του αφηγητή-αναγνώστη και του αναγνώστη-αφηγητή, οι οποίοι, εναλλάσσοντας ρόλους, αναγνωρίζονται μεταξύ τους και συμφιλιώνονται.

Την περασμένη Κυριακή υπαινίχθηκα ότι η αναγνωστική παιδεία του Μάκη Καραγιάννη φαίνεται, εκτός των άλλων, και στην ασκημένη ποιότητα του αφηγηματικού και αφηγημένου λόγου του, στοιχείο που σπανίζει στην τρέχουσα πεζογραφία μας, όταν δεν λείπει ολότελα. Ασκημένος δεν σημαίνει βέβαια μήτε παρδαλός μήτε εξεζητημένος λόγος. Το ζήτημα είναι η αφηγηματική γλώσσα να μη δίνει την αίσθηση βολικής διεκπεραίωσης, σάμπως να πρόκειται για μεταφορικό μέσο που κοκορεύεται για την ταχύτητά του και το φτηνό του εισιτήριο. Ζητούμενη είναι μια γλώσσα εμπράγματης συναισθησίας, όπου συμβάλλονται όραση, ακοή, αφή, όσφρηση, γεύση. Ενα παράδειγμα, από την εναρκτήρια «Αυτοβιογραφία», όπως αυτή προεγγράφεται από τον αφηγητή:

Μαθηματικός του δικού μας καιρού, που πάει να κλείσει τα πενήντα, ο αφηγητής του διηγήματος (και πίσω του το είδωλο του συγγραφέα) μιλάει εξ ονόματος ενός άλλου μαθηματικού, άλλου καιρού και μεγάλης φήμης, που αυτοβιογραφείται λέγοντας: «Ονομάζομαι Τζιρόλαμο Καρτάνο. Γεννήθηκα στην Παβία μια συννεφιασμένη μέρα, τον Σεπτέμβρη του 1501. Ο πατέρας μου ο Φάζιο, φίλος του Λεονάρντο ντα Βίντσι και διαβόητος χαρτοκλέφτης, μου δίδαξε τη σκληρότητα και την οργή εξ απαλών ονύχων. Σπούδασα στην πατρίδα μου και στην Πάντοβα. Μικρό παιδί ακόμη γνώρισα τις ατυχίες και τις ασθένειες, την ευλογιά και την πανούκλα... Πέρασα νύχτες παίζοντας χαρτιά, και τον σουγιά που είχα πάντα πάνω μου τον χειριζόμουν σαν το κοφτερό μου μυαλό...

Στο χείλος του γκρεμού η μοίρα μου άλλαξε, για να γνωρίσω μια μέρα τη δόξα και το χρήμα. Η υψηλή τέχνη της Ιατρικής μου είναι γνωστή από το Εδιμβούργο μέχρι τη Νυρεμβέργη. Το αγαπημένο μου Ars Magna διέλυσε το σκοτεινό μυστήριο των εξισώσεων τρίτου και τετάρτου βαθμού. Ανοιξε τον δρόμο της επιστήμης έπειτα από αιώνες άγονων προσπαθειών.

Αυτό όμως το μαχαίρι στα πλευρά, ο θάνατος του ακριβού μου Τζιοβάνι Μπατίστα, με έκανε να καταλάβω τον πόνο και τον καημό των ανθρώπων. Ξέρω πια ότι στον ψυχρό και μάταιο τούτο κόσμο ο προορισμός μου είναι να κλείσω στο ταπεινό μου σαρκίο το πένθος και τη χαρά, το φθαρτό και το αιώνιο, το πεπερασμένο και το θείο».

Αυτά ως πρόγευση. Τον Αύγουστο τα ξαναλέμε. Στο μεταξύ διαβάστε το βιβλίο. Είναι καλός καθρέφτης σώματος και νου.




Το ΒΗΜΑ, 08/07/2007

Δεν υπάρχουν σχόλια: