Κυριακή, 5 Αυγούστου 2007

Βιογράφοι αυτοβιογραφούμενοι

Της Λίνας Πανταλέων

Δεκαπέντε ιστορίες για τη διαφυγούσα αλήθεια
των βιωματικών αφηγήσεων


Κάθε ζωή προσανατολίζεται προς τη δική της αλήθεια, συνεπώς και κάθε βιογραφία. Στη ζωή όπως και στα γραπτά η αλήθεια διαφεύγει, τεμαχίζεται σε μικρές λεπτομέρειες, αντιστέκεται στον εντοπισμό της, ενθαρρύνει την υποκειμενικότητα, ενίοτε και τη χάλκευση. Η ανασύνθεση του αληθινού προσώπου του βιογραφούμενου, όσο πιστή κι αν προσπαθεί να μείνει στη ζωή και στο έργο του, ενδίδει νομοτελειακά σχεδόν σε πλάνες, σε παραποιήσεις. Ακόμα και κάποιος που αυτοβιογραφείται με πάσα ειλικρίνεια, εν μέρει ψεύδεται ή τουλάχιστον διαψεύδεται. Τα δεκαπέντε διηγήματα του Μάκη Καραγιάννη, ειρωνικές δοκιμές πάνω στη μυθιστορηματική βιογραφία, συνομιλούν με τους «Φανταστικούς βίους» του Μαρσέλ Σβομπ. Μέσα από τις ιστορίες υπαρκτών ή φανταστικών προσώπων, επιφανών και αφανών, ο Σβομπ αναδείκνυε τη μοναδικότητα των βιογραφουμένων, σταχυολογώντας και επινοώντας εντυπωτικές ιδιομορφίες. Για τον Γάλλο συγγραφέα η αξία του πορτρέτου δεν εξαρτάται από τη σπουδαιότητα εκείνου που απεικονίζει, αλλά από τη δεξιοτεχνία και κυρίως την ευρηματικότητα εκείνου που το φιλοτεχνεί. Η δουλειά του βιογράφου κρίνεται από τις επιλογές του. «Ο βιογράφος, σαν μια κατώτερη θεότητα, ξέρει να διαλέγει ανάμεσα στα ανθρώπινα ενδεχόμενα εκείνο που είναι μοναδικό». Από τον πρόλογο του προαναφερθέντος βιβλίου αποσπά ο Καραγιάννης και το μότο της συλλογής του. Οι βιογράφοι στα κείμενα του ανά χείρας βιβλίου κινούνται μάλλον υστερόβουλα. Οι βιογραφίες που επεξεργάζονται κατατείνουν στην ανίχνευση συγκλίσεων με τη δική τους υπαρκτική συνθήκη και επαγωγικά στη στοιχειοθέτηση της αυτοβιογραφίας τους. Η προσωπική αλήθεια, τόσο του βιογράφου όσο και του βιογραφούμενου, αναδύεται από τη συναίρεση αυταπατών, προσδοκιών, απαλείψεων και παρασιωπήσεων, φαντασιωδών ή παραχαραγμένων βιωμάτων. Ενδεχομένως στην ερμηνεία του βιογράφου να εμφιλοχωρεί αναπότρεπτα η ιδιοτέλεια.

Υστερόβουλοι βιογράφοι

Οι αφηγητές των ιστοριών ωθούμενοι από τον θαυμασμό και την περιέργεια για ένα πρόσωπο, της τέχνης, της επιστήμης και των γραμμάτων ή του άμεσου περίγυρού τους, απομακρύνονται από το δικό τους παρόν για να συγκροτήσουν την πραγματικότητα εκείνου του θαυμαστού άλλου, πρωτίστως όμως για να επιστρέψουν στη δική τους πραγματικότητα. Το είδωλο που τους έλκει γίνεται ο καθρέφτης τους. Ομως στους αντικατοπτρισμούς του Καραγιάννη ενεδρεύει συχνά ένα ανύποπτα σαρκαστικό βλέμμα. Το ελεγειακό ύφος μετεξελίσσεται απρόσμενα σε σκωπτικό. Ενδεικτικό αυτής της υπόγειας μεταστροφής το διήγημα «Επικίνδυνοι έρωτες», όπου ο αφηγητής απογοητευμένος από τα οράματα της πολιτικής, το ακαδημαϊκό θάλπος και την ασφάλεια του αγνωστικισμού βρίσκει παραμυθία στις διδαχές ενός μοναχού. Μόνο που η ευλάβειά του θρυμματίζεται πολύ εύκολα, η δυσπιστία του και η επιφυλακτικότητά του δεν κάμπτονται από την αλήθεια του μοναχού. Ακόμα και όταν νιώθει την ανάγκη να εναγκαλιστεί τη θέρμη της μεταφυσικής, αναλογίζεται πικρόχολα την πλάνη όλων όσοι νόμισαν ότι άγγιξαν κάποτε το ιδεώδες των στοχασμών τους. Προς στιγμήν οι βεβαιότητες λιώνουν μέσα στις αναθυμιάσεις του λιβανιού, όμως όταν η λειτουργία τελειώνει, η ζωή παραμονεύει δελεαστική. Διακριτικό, αν και πολύ πιο εμφανές, το ξήλωμα του συγγραφέα που περιοδεύει στην επαρχία για να χαρίσει στους απολίτιστους ψήγματα της διάνοιάς του. Ο αφηγητής εμφανίζεται σαγηνεμένος από την παρουσία του γνωστού πεζογράφου, δεν καταφέρνει ωστόσο να κρύψει αποτελεσματικά τις αμφιβολίες του όσον αφορά το μέγεθος του φιλοξενουμένου. Αρκετά διασκεδαστικό το διήγημα ως προς την απεικόνιση οικείων φαιδροτήτων του λογοτεχνικού σιναφιού. Ιλαρές λεπτομέρειες η αλλεργία του συγγραφέα στους σκονισμένους τόμους της τοπικής βιβλιοθήκης καθώς και ο τίτλος, «Γραφή δε μένει εις χρόνους πληρεστάτους», με το «δε» να ερμηνεύεται διττώς, είτε ως εναντιωματικός σύνδεσμος είτε ως αρνητικό μόριο.

Αντιφατικοί, ρευστοί, πολύπτυχοι οι βίοι των «ελαχίστων» της συλλογής, του πικραμένου ερωτευμένου που ξόρκιζε τη διάλυση της σχέσης του με νοερές παραλλαγές εκδικητικών σχεδίων, του μαθητή που κατασπαράχτηκε από το αντισυμβατικό του πνεύμα, του επιστάτη εντός του οποίου ασφυκτιούσε μια κραυγή την οποία δεν εξωτερίκευε ει μη μόνον με ψιθύρους, της γυναίκας που ερωτεύτηκε για να τη συντρίψει η ανεντιμότητα του αγαπημένου της ή, κατ' άλλους, η κακογλωσσιά της συντηρητικής κοινωνίας, του ερωτικού τριγώνου που σπαράσσεται στη σκιά του θανάτου, του ξεχασμένου ρεμπέτη που πεθαίνει εν μέσω αλληλοαναιρούμενων πορτρέτων του στα τηλεοπτικά ρεπορτάζ. Το ενδιαφέρον του Καραγιάννη μοιράζεται ακριβοδίκαια ανάμεσα στους παραγκωνισμένους της καθημερινότητας και στους αποσιωπημένους, λιγότερο ή περισσότερο, της Ιστορίας. Αν στην πρώτη κατηγορία προσηλώνεται στην κρυφή ζωή των προσώπων για να επισημάνει την ιδιοσυγκρασιακή τους συνθετότητα, στη δεύτερη επιχειρεί να αναδείξει τη διαφορετικότητα μέσω κοινών συνισταμένων. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά προσωπικότητες της επιστήμης ή του πνεύματος, ο συγγραφέας κινείται σε προδιαγεγραμμένους άξονες, όπως η σύμπλευση ιδιοφυΐας και ματαιοδοξίας, η ζηλοφθονία, ο ανταγωνισμός, οι τραγικότητες του ιδιωτικού βίου και τα πλήγματα της φιλοδοξίας, απολήγοντας σε προσωπογραφίες εξίσου συγκλίνουσες και αποκλίνουσες. Αξιοπαρατήρητη η παραλληλία τόσο ανάμεσα στα βιογραφικά όσο και ανάμεσα στο εκάστοτε δίδυμο βιογράφου και βιογραφουμένου. Ιδιαίτερα στην τελευταία περίπτωση οι ναρκισσιστικοί ακκισμοί εναλλάσσονται με αυτοσαρκαστικές αιχμές.

Συμμετρική δομή

Κυκλική η δομή της συλλογής, καταλήγει στο σημείο αφετηρίας. Διακριτή η συμμετρία ανάμεσα στο εναρκτήριο και το καταληκτικό διήγημα, όπου εκτίθενται η ζωή και η δράση δύο σημαντικών επιστημόνων, του μαθηματικού Τζιρόλαμο Καρντάνο και του θεμελιωτή της σύγχρονης άλγεβρας Εβαρίστ Γκαλουά, αντιστοίχως. Αν ο μαθηματικός της πρώτης ιστορίας οδηγείται στη μίμηση του βιογραφουμένου με πρόθεση εκδικητική απέναντι σε ύπουλο συνάδελφό του, η επίδοξη διδάκτωρ του έτερου διηγήματος, μολονότι έρχεται αντιμέτωπη με ακαδημαϊκούς σκοπέλους παρεμφερείς με αυτούς που σύντριψαν τον Γκαλουά, συνειδητοποιεί ότι δεν διαθέτει τη δυναμική του προτύπου της. Ας σημειωθεί ότι αμφότεροι προσλαμβάνουν καταφανώς ωφελιμιστικά τη βιογραφία των δύο ανδρών. Η αλήθεια που αποδίδουν στα ερανισμένα στοιχεία οφείλει πολλά και στη δουλειά της φαντασίας τους. «Μέσα σε κάθε ιστορία που πλάθεται ερμηνεύοντας γεγονότα, ψυχορραγεί η αλήθεια και ο βιογράφος με αγωνία μάχεται να της εμφυσήσει την πνοή της ζωής». Μόνο που οι βιογράφοι του Καραγιάννη αποδεικνύονται δόλιοι, είρωνες και παιγνιώδεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο νοσταλγός του ομότιτλου διηγήματος, του οποίου η «φιλολογική συνείδησις» τον προέτρεψε να αποδώσει το πορτρέτο του παππού του σε ύφος παπαδιαμάντειο. Νοσταλγός ο αφηγητής που αναβιώνει τα παιδικά του χρόνια, ο πρεσβύτης που ανακαλεί με ένοχη λαχτάρα μέρες ακολασίας, αλλά παντοτινή νοσταλγός η Αννα που μια νύχτα ταξίδεψε προς τον τόπο της. Αμφίσημες οι εκπεφρασμένες οφειλές στη σημείωση του τέλους προς τον άοκνο μελετητή του Παπαδιαμάντη, τον Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο. Μνεία στον Σκιαθίτη και στο ακόλουθο κείμενο όπου διαβάζουμε για το «όνειρο στον δρόμο» ενός περισφιγμένου από τον ενάρετο βίο του οικογενειάρχη. Οι περιπτώσεις του λόγιου του Διαφωτισμού Νεόφυτου Αδαμαντίδη και του ρομαντικού ποιητή Στέφανου Λογοθέτη -ανύπαρκτοι αλλά αρκούντως πραγματικοί μυθοπλαστικά- απηχούν την άχρονη πάλη εκλεκτών πνευμάτων με το φάσμα της λήθης και παραπλεύρως με το εύρος της φιλοδοξίας τους.

Ο Μάκης Καραγιάννης με τα δοκιμιακής υφής διηγήματά του καταδεικνύει πως κάθε βίος είναι φανταστικός από τη στιγμή που κάποιος αποπειράται τη διήγησή του. Πολυπρισματικός επίσης. Στη γεωμετρία της ύπαρξης δεν υφίστανται ευθείες. Για να λάμψουν οι κρυφές αντανακλάσεις μιας ζωής πρέπει αυτή να καταστεί αφηγήσιμη, «να γίνει ιστορία, να κατακτήσει την αλήθεια της μέσα από το ψέμα της γραφής».
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 03/08/2007



Δεν υπάρχουν σχόλια: