Κυριακή, 27 Μαΐου 2007

Απόσπασμα από το βιβλίο


ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

«Ακόμα κι η ζωή μου αποκτά σημασία όταν τη διηγούμαι σε κάποιον»

Τ. Λειβαδίτης.

Το μεγάλο μέτωπο κυριαρχεί στη μορφή του, καθώς τον κοιτάζεις προφίλ. Οι σκληρές γραμμές του προσώπου καταλήγουν σε ένα γωνιώδες πηγούνι πάνω από τον ανασηκωμένο γιακά. Στο παγωμένο του βλέμμα πλανάται η αίσθηση του πόνου.

Αυτή η παλιά γκραβούρα διασώζει την εικόνα που έχουμε γι’ αυτόν στις μέρες μας.

Υπάρχει κάτι βαθύ και ανεξήγητο που με ώθησε να ασχοληθώ με τη φημισμένη και σκοτεινή προσωπικότητά του. Η φυσική μου σεμνότητα δεν μου επιτρέπει να το ομολογήσω δημόσια. Πιστεύω, όμως, ότι η βιογραφία του διάσημου μαθηματικού θα αποκαταστήσει τον άνθρωπο στα μέτρα του και θα σκορπίσει την ομίχλη που σώρευσαν αιώνες ιστορίας.

Αγαπώ εκείνα τα πρωινά της άνοιξης του ’63. Ξαναγυρίζω στον μακρύ δρόμο που οδηγούσε στο Γυμνάσιο. Ευωδιάζουν στη μνήμη μου οι πράσινες φλαμουριές και τα «Άρωμα φίλτρο» που παίρναμε χύμα από το περίπτερο. Μειράκιον ακόμα, με τα βιβλία υπό μάλης και τα τσιγάρα στις κάλτσες, φορτωμένο προσδοκίες για το μέλλον.

Τότε ήταν που αποφάσισα να παραδοθώ, οριστικά και αμετάκλητα, στο ευγενές πάθος μου για τα μαθηματικά. Δυστυχώς, όμως, είναι μια επιστήμη για νέους. Ο Νεύτων ανακάλυψε το νόμο της βαρύτητας σε ηλικία είκοσι τεσσάρων ετών, ο Γκαλουά πέθανε στα είκοσι ένα κι εγώ έχω πενηνταρίσει χωρίς να προσθέσω στην επιστήμη ούτε ένα ιώτα. Τα άσπρα μαλλιά, που σε άλλους τομείς αποτελούν δείγμα σοφίας, εδώ είναι η πασιφανής ομολογία ότι χάθηκε η φρεσκάδα του μυαλού. Με γεμίζει μελαγχολία η ιδέα ότι είμαι ένα ασήμαντο μηδενικό μπροστά στα μεγάλα ονόματα. Ο Καρντάνο -διότι περί αυτού πρόκειται- είναι η τελευταία ελπίδα για την εξέλιξη της ακαδημαϊκής μου καριέρας, η σανίδα σωτηρίας.

Ονομάζομαι Τζιρολάμο Καρντάνο. Γεννήθηκα στην Πάβια μια συννεφιασμένη μέρα τον Σεπτέμβρη του 1501. Ο πατέρας μου ο Φάζιο, φίλος του Λεονάρντο Ντα Βίντσι και διαβόητος χαρτοκλέφτης, εξ απαλών ονύχων μού δίδαξε τη σκληρότητα και την οργή. Σπούδασα στην πατρίδα μου και στην Πάντοβα. Μικρό παιδί ακόμη γνώρισα τις ατυχίες και τις ασθένειες, την ευλογιά και την πανούκλα.

Ξεκίνησα πάμπτωχος. Επί χρόνια, τα ζάρια και το σκάκι δεν ήταν μόνον πάθος αλλά και τρόπος να εξασφαλίζω τα προς το ζην. Πέρασα νύχτες παίζοντας χαρτιά και το σουγιά που είχα πάντα πάνω μου τον χειριζόμουν σαν το κοφτερό μου μυαλό. Ήρθαν στιγμές που έφαγα ψωμί ενεχυριάζοντας τα έπιπλα και τα κοσμήματα της Λουτσίας...


Δεν υπάρχουν σχόλια: